Πέμπτη 13 Μαϊου 2021

Παναγιώτης Σ. Παναγιωτόπουλος: Ο Πρώτος Ποινικός Κώδικας των Επαναστατημένων Ελλήνων: “Το Απάνθισμα των Εγκληματικών”  – 17 Απριλίου 1823

Χαρακτηριστικό της αγωνιώδους προσπάθειας στην αντιμετώπιση των καίριων και πραγματικών αναγκών του νεαρού Κράτους αποτελεί το γεγονός, ότι το «Απάνθισμα» αρχίζει με την αναφορά στα εγκλήματα «εναντίον της Κοινής Ασφαλείας» και δη με τα εγκλήματα «εναντίον της εξωτερικής ασφαλείας της Επικρατείας»

NEWSROOM icon
NEWSROOM
Παναγιώτης Σ. Παναγιωτόπουλος: Ο Πρώτος Ποινικός Κώδικας των Επαναστατημένων Ελλήνων: “Το Απάνθισμα των Εγκληματικών”  –  17 Απριλίου 1823
  • 1.Οι επαναστατημένοι Έλληνες αμέσως με την έναρξη της Επανάστασης κατάλαβαν την αξία της δημιουργίας κράτους δικαίου, στις περιοχές που απελευθέρωναν. Και τούτο είχε να κάνει,  ότι επί αιώνες είχαν νοιώσει βαριά πάνω τους την απουσία του κράτους δικαίου, την μη ύπαρξη νομοθεσίας γραπτής και ακριβούς και την μη ορθή απονομή της δικαιοσύνης, εις τρόπον ώστε να γίνονται έρμαια στα χέρια των Τούρκων κατακτητών. Κυρίως, όμως, βάραινε πάνω τους, θαρρώ, η τέλεια ανυπαρξία των πιο στοιχειωδών ελευθεριών. Οι υπόδουλοι ραγιάδες ανήκαν στην κατηγορία των res!
  • 2. Από τους πρώτους μήνες της εξέγερσης οι επαναστάτες πρόγονοί μας εσκέφθησαν [μας λέγει ο  Τ. Φιλιππίδης, Η ποινική νομοθεσία κατά την εθνεγερσίαν, 1974, σελ. 13] «περί συντάξεως ‘Οργανισμών’ και

‘Νόμων’ αφορώντων εις την ευνομίαν και την χρηστήν διοίκησιν των επαρχιών, αίτινες εκήρυξαν την ανεξαρτησίαν» και τον Μάϊο 1821 συνέταξαν (στην Ι.Μ.Καλτεζών) «Πράξιν»  (η οποία εχαρακτηρίσθη το  πρώτο δημοσίου δικαίου έγγραφο) δια της οποίας χορηγούντο διοικητικές αρμοδιότητες σε αυτούς που θα διοικούσαν τις απελευθερωμένες επαρχίες του Μοριά και εξέλεξαν και Γερουσία όλων των επαρχιών της Πελοποννήσου, τον Ιούλιο 1821 (στα Βέρβενα) συντάχθηκαν Οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης της Πελοποννήσου και τον Δεκέμβριο 1821 θεσπίστηκε ο Οργανισμός της Πελοποννησιακής Γερουσίας. Έτσι, με το άρθρο 97 του Προσωρινού Πολιτεύματος της Επιδαύρου της Α΄ Εθνικής Συνέλευσης των Ελλήνων (Ιανουάριος 1822) ορίστηκε ότι: «Το Εκτελεστικόν Σώμα να διορίση Επιτροπήν συγκειμένην από τα εκλεκτότερα και σοφώτερα μέλη της Ελλάδος, των οποίων η αρετή να είναι εγνωσμένη, δια να συνθέσωσι Κώδικας Νόμων, πολιτικών, εγκληματικών και εμπορικών». Δινόταν δηλαδή οδηγία προς το Εκτελεστικό Σώμα, να διορίσει επιτροπές για την σύνταξη Αστικού, Ποινικού και Εμπορικού Κώδικα. Και μέχρι τότε, «άχρι της κοινοποιήσεως των ειρημένων Κωδίκων» όριζε το άρθρο 98 του Προσωρινού Πολιτεύματος «αι πολιτικαί και εγκληματικαί διαδικασίαι βάσιν έχουσι τους Νόμους των αειμνήστων Χριστιανών ημών Αυτοκρατόρων, και τους παρά του Βουλευτικού και Εκτελεστικού Σώματος εκδιδομένους νόμους».

  • 3. Με βάση την άνω διάταξη, με το ΙΑ΄ της  1ης Απριλίου 1823 Ψήφισμα της Β΄ Εθνικής Συνέλευσης του Άστρους, εκλέχτηκαν εννέα (9) πρόσωπα για την σύνταξη του Ποινικού Κώδικα. Πρόεδρος της Επιτροπής εξελέγη ο Πανούτζος Νοταράς ανήρ επιφανής, τα μάλλα πεπαιδευμένος και εξαιρέτου ήθους» ως παρατηρεί ο Τ. Φιλιππίδης, όπ.π., σελ. 15], εκ των 9 δε μελών, 2 ήσαν επίσκοποι, 2 ιερομόναχοι, 1 ιεροδιάκονος και 3 λαϊκοί. Η συμμετοχή τόσων πολλών κληρικών, προφανώς, έχει να κάνει με το γεγονός ότι αυτοί ήσαν οι πλέον μορφωμένοι, ο δε εξ αυτών ιερομόναχος Βενιαμίν ο Λέσβιος ήταν μία τεράστια σε μόρφωση προσωπικότητα, διακεκριμένος μαθηματικός, φυσικός και φιλόσοφος και εκπρόσωπος του Ελληνικού διαφωτισμού. Η εν Άστρει Εθνοσυνέλευση όρισε όπως η ως άνω Επιτροπή «εκθέση τα κυριώτερα των Εγκληματικών εκ του προχείρου, ερανιζομένη από τους Νόμους των Ημετέρων Αειμνήστων Βυζαντινών Αυτοκρατόρων και άλλοθεν».
  • 4. Η Επιτροπή χρειάστηκε μόνο 16 ημέρες για να περαιώσει το έργο της, και στις 17 Απριλίου 1823 υπέβαλε στην Εθνική Συνέλευση το σχέδιο του νόμου, με μία «Αναφορά», που αληθώς αποτελεί Εισηγητική Έκθεση αυτού, στην οποία ανέφερε ότι  τα μέλη της μελέτησαν επισταμένως αφενός μεν τους Νόμους των αειμνήστων Χριστιανών Αυτοκρατόρων, αφετέρου δε «και άλλους Κώδικας της ευνομουμένης Ευρώπης». Ως μη ειδικοί δε επί του θέματος και λόγω της μη επάρκειας του χρόνου, σημείωναν στην «Αναφορά» τους ότι: «Το έργον μας, είμεθα βέβαιοι, ότι δεν έχει την απαιτουμένην εις τόσον μεγάλην ύλην εντέλειαν και ακρίβειαν, επειδή, ούτε το διάστημα των δέκα πέντε ημερών, όπου μας εδόθησαν, ούτε η έλλειψις των αναγκαίων βιβλίων, ούτε, τέλος, η εδική μας γνώσις και εμπειρία συνεχώρουν να γένη τελειότερον. Αλλ’ όπως και αν έχη, το χρέος μας εκπληρούντες, το προσφέρομεν εις το Γένος και το καθυποβάλλομεν εις την επίκρισιν της σεβαστής Εθνικής Συνελεύσεως». Στην «Αναφορά» της η Επιτροπή έκανε λόγο για «το περί αμαρτημάτων και ποινών τούτο Απάνθισμα», φράση που παρέπεμπε ευθέως στο «Περί εγκλημάτων και ποινών» (Dei delitti e delle pene) μεγαλειώδες έργο του Καίσαρος Beccaria, το οποίο είχε πολύ μεγάλη απήχηση σε όλον τον τότε πολιτισμένο κόσμο και είχε μεταφραστεί ταχύτατα σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες και στην δική μας από τον Αδαμάντιο Κοραή (η 1η το 1802, η 2η το 1823) και την οποία προφανώς γνώριζαν και έλαβαν υπόψη τους οι συντάκτες του πρώτου αυτού Εγκληματικού-Ποινικού Κώδικος.
  • 5. Η Β΄ Εθνική Συνέλευση δεν ψήφισε αμέσως το υποβληθέν από την  Επιτροπή «Απάνθισμα των Εγκληματικών», αλλ’ έκρινε ότι τούτο πρέπει να τεθεί υπό την κρίση του Βουλευτικού Σώματος, προς το οποίο και το απέστειλε «δια να επιθεωρηθή εν ησυχία και νομοθετηθή, να ονομάζεται δε Απάνθισμα των Εγκληματικών της Β΄ των Ελλήνων Εθνικής Συνελεύσεως».  Το επόμενο έτος δημοσιεύτηκε ως Νόμος υπ’ αριθμ. 34 της 1ης Ιουλίου 1824 στον Κώδικα των Νόμων (την σημερινή ΕτΚ) με τον ειδικότερο τίτλο: «Περί αμαρτημάτων και ποινών».  Με το Ψήφισμα δε δια του οποίου τέθηκε σε ισχύ το «Απάνθισμα» θεσπίστηκε διάταξη που όριζε ότι όσα των εγκλημάτων δεν περιέχονται σε αυτό να κρίνονται «κατά τα Βασιλικά, ωσαύτως δε [και] κατά τους εκδιδομένους από την Διοίκησιν Νόμους». Αξίζει να σημειωθεί η από 9 Σεπτεμβρίου 1824 εγκύκλιος του «Υπουργού του Δικαίου» Ιωάννη Θεοτόκη, που απευθύνει «προς το Πανελλήνιον», ο οποίος, αναγγέλλοντας την έντυπη έκδοση του «Απανθίσματος», αφού σημειώνει ότι μέσα σε 4 μόλις χρόνια, «απελευθερώσαμεν την γην των προπατόρων μας, εμείναμεν ελεύθεροι, εσυνθέσαμεν Νόμους, απεκατεστήσαμεν νόμιμον και τακτικήν Διοίκησιν, και σήμερον εκδίδεται και το παρόν Εγκληματικόν Απάνθισμα», καταλήγει, «επευχόμενος όπως το παρόν Εγκληματικόν Απάνθισμα ποτέ να μη χρησιμεύση δια τους Έλληνας!». 
  • 6. Το «Απάνθισμα», στερούμενο Γενικού Μέρους, περιέχει 89 παραγράφους (89 άρθρα) και διαιρείται σε τρία τμήματα, δύο γενικές διατάξεις και ένα παράρτημα.  Το Τμήμα Πρώτον, με τίτλο «Περί αμαρτημάτων εναντίον της Κοινής Ασφαλείας», αποτελείται από εννέα (9) ‘Κεφάλαια’ και περιέχει διατάξεις για την εξωτερική ασφάλεια της Επικρατείας (Κεφ. Α), για την εσωτερική ασφάλεια της Επικρατείας (Κεφ. Β), περί αμαρτημάτων εναντίον των δικαιωμάτων του πολίτη (Κεφ. Γ), περί παραχαρακτών (Κεφ. Δ), περί πλαστογράφων (Κεφ. Ε), περί   καταχρήσεως εκ μέρους «των Υπουργών της Διοικήσεως» (Κεφ. ΣΤ), περί δωροδοκίας των δημοσίων υπαλλήλων (Κεφ. Ζ), περί αντιστάσεως και απειθείας «προς την καθεστώσαν εξουσίαν» (Κεφ. Η) και περί φυγαδεύσεως «των φυλακωμένων» (Κεφ. Θ). Το Τμήμα Δεύτερον, με τίτλο «Περί αμαρτημάτων εναντίον της  Προσωπικής Ασφαλείας», αποτελείται από επτά (7) ‘Κεφάλαια’ και περιέχει διατάξεις περί φόνου (Κεφ. Α), περί «πληγών και κτυπημάτων εκουσίων» (Κεφ. Β), περί «φόνου και πληγών ακουσίων» (Κεφ. Γ), περί εγκλημάτων «διαφθειρόντων τα ήθη» (Κεφ. Δ), περί αρπαγής γυναικών (Κεφ. Ε), περί ψευδομαρτύρων (Κεφ. ΣΤ) και περί «συκοφαντών και υβριστών» (Κεφ. Ζ). Το Τμήμα Τρίτον, με τίτλο «Περί αμαρτημάτων εναντίον της Ιδιοκτησίας», αποτελείται από τρία (3) ‘Κεφάλαια’ και περιέχει διατάξεις  «περί κλοπής» (Κεφ. Α), «περί καταχρήσεως εμπιστοσύνης (Κεφ. Β) και «περί εμπρησμού και άλλων ζημιών» (Κεφ. Γ) [βλ.  ολόκληρο το «Απάνθισμα», σε Τ. Φιλιππίδη, όπ.π., σελ. 87 επ. ].
  • 7. Όλες οι ως άνω διατάξεις περιλαμβάνονται σε 82 παραγράφους οι οποίες αριθμούνται  με τα γράμματα από ‘α.’ έως ‘πβ.’. Στη συνέχεια, υπό τον τίτλο «Γενικά»,  τίθενται δύο γενικές διατάξεις, υπό το στοιχ. ‘Α’, περί της υποχρέωσης του δράστη του εγκλήματος για την ανόρθωση και πληρωμή της εκ του εγκλήματος προελθούσης ζημίας και  υπό το στοιχ. ‘Β’, περί της υποχρέωσης του δράστη εκ προθέσεως ανθρωποκτονίας για διατροφή των ανηλίκων παιδιών του θύματος ή των ασθενών και απόρων γονέων του φονευθέντος. Η δεύτερη δε αυτή διάταξη έχει ως εξής: «Όταν το έγκλημα είναι φονικόν, αν ο φονευθείς έχη παιδία ανήλικα, η περιουσία του φονέως να βοηθή την διατροφήν των ανηλίκων παιδίων έως να φθάσωσιν εις νόμιμον ηλικίαν, ή των γονέων, αν ήναι ασθενείς ή άποροι» [ο Ν. Πανταζόπουλος, Η δικαιοδοτική πολιτική κατά την Επανάσταση και την Καποδιστριακή περίοδο (1821-1832), 1978, σελ. 60, χαρακτηρίζει τη διάταξη αυτή ως διαπνεόμενη από «πηγαίο ανθρωπιστικό αίσθημα»]. Τέλος, ακολουθεί «Παράρτημα» με πέντε (5) διατάξεις ακόμη, που αναφέρονται στα εγκλήματα α. της κλοπής γεωργικών εργαλείων, β. της ζωοκλοπής, γ. της κλοπής αγροτικών προϊόντων, δ. της απόπειρας κλοπής ζώων σε αγέλη και ε. της ζωοκτονίας. Συνεπώς, το σύνολο των διατάξεων του «Απανθίσματος», μαζί με τις γενικές διατάξεις και αυτές του παραρτήματος, ανέρχονται σε (82+2+5=) 89 παραγράφους. Εικάζεται δε, ότι οι εις το Παράρτημα διατάξεις προστέθηκαν από το Βουλευτικό, κατά την επιθεώρηση του Σχεδίου [έτσι  Τ. Φιλιππίδης, όπ.π., σελ. 27, σημ. 28].
  • 8. Είναι, σχεδόν, βέβαιο ότι οι συντάκτες του «Απανθίσματος», όλοι άνθρωποι με πλούσια παιδεία, έλαβαν υπόψη τους τόσο το γνωστό σε αυτούς έργο του  Beccari«Περί εγκλημάτων και ποινών», είτε εν προτωτύπω είτε  στην μετάφρασή του από τον  Κοραή, όσο και τον Γαλλικό Ποινικό Κώδικα του 1810, ίσως δε και το τελειότερο εκείνη την  εποχή (αλλά και ολόκληρο τον 19ο αιώνα) ποινικό νομοθέτημα: τον Βαυαρικό Ποινικό Κώδικα του 1813 (δημιούργημα του μεγάλου Ανσέλμου v. Feuerbach). Παρόλο όμως που οι συντάκτες του «Απανθίσματος» είχαν υπόψη τους τα ως άνω άρτια από πάσης πλευράς αλλοδαπά νομοθετήματα, δεν θέλησαν να μεταφράσουν ή να προσαρμόσουν κάποιο απ’ αυτά στην ελληνική πραγματικότητα, αλλά, έχοντες προ οφθαλμών την αγωνιζόμενη ακόμη Χώρα μας για την πλήρη αποτίναξη του τουρκικού ζυγού δουλείας, θέλησαν να δώσουν, και ασφαλώς έδωσαν, στους επαναστατημένους Έλληνες και στις ελεύθερες από τους Τούρκους περιοχές ένα ευσύνοπτο, λιτό, δωρικό κείμενο ως  τον πρώτο Ποινικό Κώδικα της ελεύθερης Ελλάδος. Έναν Κώδικα που με τις πρωτότυπες σε μερικά ζητήματα ρυθμίσεις του [Ν. Κουράκης, Η ποινική καταστολή μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος, 3η έκδ., 1997, σελ. 170] προσπαθούσε να καλύψει την επείγουσα ανάγκη της ποινικής καταστολής στην επαναστατημένη Χώρα. Ο πλέον ένθερμος επιστημονικά υποστηρικτής του  «Απανθίσματος», ο καθηγητής  Ι. Μανωλεδάκης, με μελέτη του υπό τον τίτλο: ‘Ιδεολογικοί Προσανατολισμοί του Ελληνικού Ποινικού  Δικαίου κατά την ιστορική του εξέλιξη’ [το πρώτον, σε: Μνήμη Χωραφά-Γάφου-Γαρδίκα, τ. 1ος, 1986, σελ. 125επ., ακολούθως, σε: Λ. Κοτσαλή-Δ. Κιούπη, Ιστορία του ΠοινΔικαίου & των ΠοινΘεσμών, ‘Ποινικά’ τ. 71, σελ. 343] τονίζει ότι το «Απάνθισμα είχε προορισμό να καλύψει την επείγουσα ανάγκη της ποινικής καταστολής και να στηρίξει την πρώτη αυτοδύναμη εξουσία των επαναστατημένων Ελλήνων, παρά να αποτελέσει έναν οριστικό ποινικό κώδικα». Πράγματι, από τις διατάξεις  του εν λόγω νομοθετήματος διαφαίνεται με ιδιαίτερη σαφήνεια [λέγει ο Ι. Γεωργάκης, Ποινικό Δίκαιο, 1991, σελ. 129-130] «η αγωνιώδης προσπάθεια να αντιμετωπισθούν οι άμεσες και πραγματικές ανάγκες του αναγεννημένου Έθνους από πλευράς ποινικής προστασίας» και να διασφαλισθεί η δημόσια τάξη και η ασφάλεια του γεννώμενου εκείνη την στιγμή Κράτους. Χαρακτηριστικό της αγωνιώδους αυτής προσπάθειας στην αντιμετώπιση των καίριων και πραγματικών αναγκών του νεαρού Κράτους αποτελεί ασφαλώς το γεγονός, ότι το «Απάνθισμα» αρχίζει (με το Τμήμα Πρώτο, Κεφάλαιο Α΄, παράγραφοι α΄ και β΄) με την αναφορά στα εγκλήματα «εναντίον της Κοινής Ασφαλείας» και δη με τα εγκλήματα «εναντίον της εξωτερικής ασφαλείας της Επικρατείας», προτάσσοντας (υπό την § α΄) το έγκλημα της εσχάτης προδοσίας και ορίζοντας ότι ένοχοι αυτής είναι: «Όποιοι Έλληνες σηκώσωσιν άρματα εναντίον της Πατρίδος», και (υπό την § β΄) «Ο εγκληματίας εσχάτης προδοσίας παιδεύεται με θάνατον». Και ακολουθεί με το Κεφάλιο Β΄ η κατάστρωση των εγκλημάτων «εναντίον της εσωτερικής ασφαλείας της Επικρατείας», όπου (υπό την § γ΄) ορίζεται ότι: «Όποιοι  ήθελαν λάβει άρματα, ή παρακινήσωσιν άλλους να σηκώσουν άρματα με σκοπόν του να επιφέρουν εμφύλιον πόλεμον, ή κατασφάξωσιν, ή καύσωσιν, ή ληστεύσωσιν, ή αρπάσωσιν, ή ξεγυμνώσωσιν επαρχίαν τινά, ή κοινότητα, ή κάμωσι συνωμοσίαν, ή φατρίαν δια να ταράξωσι την κοινήν ησυχίαν, οι πρωταίτοι τούτων να θανατόνωνται».
  • 9. Το «Απάνθισμα» είναι ένα νομοθέτημα με «ζωντανό παλμό», τέτοιον που «σπάνια απαντά κανείς»  [Ι. Γεωργάκης, ΠοινΔίκαιο όπ.π., σελ. 130και «εκφράζει όλη τη δίψα του επαναστατημένου Λαού για πολιτικές ελευθερίες, για την κατοχύρωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του, για τη δημιουργία μιάς εσωτερικής τάξης που να εξασφαλίζει τον καθένα» και ότι «σπάνια ένα νομοθέτημα αποδίδει τόσο πιστά και με τόσο ζωντανό τρόπο τις ανάγκες της πραγματικότητας που καλείται να ρυθμίσει» [σημειώνει ο  Γ.Α. Μαγκάκης, Ποινικό Δίκαιο, ΔιαγραμΓενΜέρους, έκδ. β΄, 1981, σελ. 33], ο δε Ν. Πανταζόπουλος αναφέρει, και βεβαίως είναι απόλυτα σωστό, ότι διαβάζοντας κάποιος το «Απάνθισμα», «αισθάνεται ότι ζη στο ψυχολογικό περιβάλλον της Επαναστάσεως» [Ν. Πανταζόπουλος όπ.π., σελ. 59]. Στο «Απάνθισμα» περιγράφονται με τρόπο σαφή, απλό και κατανοητό τα σοβαρότερα και συνηθέστερα των εγκλημάτων της εποχής εκείνης και  που αναφέρθηκαν παραπάνω, χωρίς να τυποποιηθούν σε εγκλήματα συμπεριφορές και πράξεις που δεν κρίθηκαν αναγκαίες για την τότε κοινωνική και πολιτική ζωή, όπως λ.χ. η απάτη, την οποία οι συντάκτες παρέλειψαν επίτηδες, προφανώς, για το λόγο ότι αυτή προϋποθέτει μία κάποια ανάπτυξη των εμπορικών συναλλαγών μιας κοινωνίας που δεν υπήρχε ακόμη, ενώ, αντιθέτως, στο «Απάνθισμα» περιελήφθη ως έγκλημα η ενδιαφέρουσα, την τότε κοινωνία, νοθεία τροφίμων. Ορίστηκε δε γι’ αυτήν με την § οβ΄: «Οι αγωγιάται, οι καραβοκύριοι, οι επιστάται αυτών, όπου νοθεύουσιν κρασία, ή άλλα είδη, να παιδεύωνται με χρηματικήν ποινήν αναλόγως της ζημίας, την οποίαν επροξένησαν».
  • 10. Το «Απάνθισμα», επιεικές νομοθέτημα και διαπνεόμενο από ανθρωπιστικές αρχές  [έτσι, Ν. Πανταζόπουλος, όπ.π., σελ. 49δεν αναγνωρίζει ως ποινή την ποινή της ισόβιας κάθειρξης και δεν ανέχεται τα «δεσμά» παρά σε δύο μόνο περιπτώσεις (στην § λγ΄ περί αντιστάσεως και απειθείας και στην § οη΄ περί εμπρησμού και άλλων ζημιών). Κι αυτό, σε αντιπαραβολή με το άρθρ. 9 του μεταγενέστερου Ποινικού Νόμου του 1834 όπου αναγραφόταν: «Οι εις δεσμά καταδικασμένοι δεσμεύονται τους δύο πόδας δια μακράς αλύσεως, προσηρτημένην εχούσης και βαρείαν σιδηράν σφαίραν, και προτρέπονται εις έργα βαρύτατα εντός του δεσμωτηρίου.  Οι εις δεσμά δια βίου καταδικασμένοι υποβάλλονται και εις δημόσια έργα» [βλ. Ν. Ανδρουλάκη, Ποινικό Δίκαιο, ΓενΜέρος, 2000, σελ. 90, που μιλούσε για «αφόρητη σκληρότητα»]. Ενώ και την ποινή του θανάτου το «Απάνθισμα» την απειλεί σε λίγες περιπτώσεις και «όταν αυτό είναι απαραίτητο» [παρατηρεί ορθά ο Ν. Πανταζόπουλος, όπ.π., σελ. 59], την δε ποινή της φυλάκισης την κλιμακώνει από 3 ημέρες έως 19 έτη, καθιερώνοντας έτσι μία ενιαία στερητική της ελευθερίας ποινή, αγνοώντας την τριμερή διάκριση σε κράτηση, φυλάκιση, κάθειρξη [Τ. Φιλιππίδης, όπ.π., σελ. 49]. Παράλληλα δε, θεσπίζει σε πολλές περιπτώσεις τις ποινές σε χρήμα, καθώς και την στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων ως κύρια ποινή. Αναφορικά με την τελευταία αξίζει να υπομνησθεί η § κα΄ με την οποία ορίστηκε ότι: «Όποιος των Διοικητών, ή Υπουργών της Διοικήσεως βλάψη παρανόμως την ατομικήν ελευθερίαν, ή τα πολιτικά δικαιώματα ενός ή πολλών πολιτών, ή δώση έγγραφον διαταγήν αντιβαίνουσαν εις τον Οργανικόν Νόμον, να εκπίπτη του υπουργήματός του και αν στερήται δέκα χρόνους τα πολιτικά υπουργήματα, και να παιδεύηται ως απλούς πολίτης, κατά το αμάρτημά του».
  • 11. Οι καθηγητές της Νομικής του ΑΠΘ Τηλέμαχος Φιλιππίδης και Ιωάννης  Μανωλεδάκης, διαπρύσιοι κήρυκες (με τις μελέτες τους που προαναφέρθηκαν) των αρετών του πρώτου αυτού Ελληνικού Ποινικού Κώδικα, του «Απανθίσματος των Εγκληματικών», που ίσχυσε δέκα ολόκληρα χρόνια (1824 – 1834), ο μεν πρώτος το χαρακτηρίζει: «νομοθέτημα ελληνικόν, ελληνογενές, ελληνοτραφές, ελληνοπρεπές» και ότι ήτο «το απαύγασμα των αντιλήψεων, των ιδεών και των συναισθημάτων του Αγωνιζόμενου Έθνους» [Τ. Φιλιππίδης, όπ.π., σελ. 50], ο δε δεύτερος αναφέρει ότι το «Απάνθισμα» είναι: α) «λόγος ελληνικός», για το λόγο ότι δεν αποτελούσε αντιγραφή ξένου κώδικα αλλά πρωτότυπη έκφραση των Ελλήνων, β) «λόγος φιλελεύθερος», επειδή όριζε ρητά και με σαφήνεια τις αντικειμενικές υποστάσεις των αξιοποίνων πράξεων, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η εγγυητική λειτουργία του ποινικού δικαίου και γ) «λόγος δημοκρατικός», που προστάτευε σε ιδιαίτερο κεφάλαιο τα πολιτικά δικαιώματα των Ελλήνων και για τον λόγο ότι στο πρώτο άρθρο του θεωρούσε εγκληματία εσχάτης προδοσίας όποιον σήκωνε τα άρματα εναντίον της Πατρίδος.

Ο Παναγιώτης  Σ. Παναγιωτόπουλος είναι Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών

Πηγή: dikastis.blogspot.com

Ακολουθήστε το dikastiko.gr στο Google News και δείτε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο dikastiko.gr

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ