Τρίτη 16 Αυγούστου 2022

Παναγιώτης Περάκης: Η στοχοποίηση της Δικαιοσύνης ως στρατηγική πολιτική επιλογή; (Με αφορμή την υπόθεση Λιγνάδη)

Το τεκμήριο αθωότητας αποτελεί ουσιώδες συστατικό του νομικού μας πολιτισμού. Έχει κατοχυρωθεί στα Συντάγματα κάθε δημοκρατικής χώρας και στα πιο σημαντικά διεθνή νομικά κείμενα.

NEWSROOM icon
NEWSROOM
Παναγιώτης Περάκης: Η στοχοποίηση της Δικαιοσύνης ως στρατηγική πολιτική επιλογή; (Με αφορμή την υπόθεση Λιγνάδη)

1.    Ας αρχίσουμε από τα βασικά:

Η απονομή της δικαιοσύνης στις δημοκρατίες γίνεται από τα δικαστήρια. Με συγκεκριμένους κανόνες και εγγυήσεις, έχοντας γνώση όλων των στοιχείων της δικογραφίας και έχοντας ακούσει και ελέγξει όλους τους εμπλεκομένους. Γι αυτό και η δικαιοσύνη δεν απονέμεται ούτε στα καφενεία ούτε στα τηλεοπτικά παράθυρα ούτε στα κομματικά επιτελεία.

Στις δημοκρατίες η Δικαιοσύνη είναι ανεξάρτητη. Κυρίως από την εκτελεστική εξουσία, αλλά και από κάθε άλλη. Αποφασίζει όπως εκείνη κρίνει, ανεξάρτητα απ΄το αν η απόφασή της κάθε φορά αρέσει στην κυβέρνηση, στην αντιπολίτευση, στις σκανδαλοθηρικές εκπομπές ή στον καθένα που υποδύεται τον εισαγγελέα.

Επειδή η Δικαιοσύνη είναι ανεξάρτητη, μπορεί να κάνει και λάθος, συμβαίνει κάθε μέρα άλλωστε αυτό. Γι αυτό υπάρχουν τα Εφετεία και, σε κάποιες περιπτώσεις, και ο Άρειος Πάγος, όπου μια υπόθεση εξετάζεται ξανά, από δικαστές με κατά τεκμήριο περισσότερες γνώσεις και εμπειρία, δεν είναι δε καθόλου σπάνιο η τελική απόφαση να είναι διαφορετική από την αρχική.

Οι αποφάσεις της Δικαιοσύνης πρέπει να είναι πάντοτε σεβαστές. Όχι επειδή είναι -που δεν είναι- απαραιτήτως πάντοτε σωστές αλλά επειδή είναι η έκφραση ενός κορυφαίου θεσμού της δημοκρατίας. Ο σεβασμός από αυτόν πηγάζει και με αυτόν σχετίζεται, οι δικαστικές αποφάσεις ούτως ή άλλως γίνονται σεβαστές και δι εξαναγκασμού αν χρειαστεί, στο πλαίσιο του κοινωνικού συμβολαίου. Μπορούμε να τις σχολιάζουμε και να κάνουμε κριτική, οφείλουμε όμως να τις σεβόμαστε, σεβόμενοι τον θεσμό της Δικαιοσύνης.

Το τεκμήριο αθωότητας αποτελεί ουσιώδες συστατικό του νομικού μας πολιτισμού. Έχει κατοχυρωθεί στα Συντάγματα κάθε δημοκρατικής χώρας και στα πιο σημαντικά διεθνή νομικά κείμενα. Σημαίνει ότι μέχρι να καταδικαστεί κάποιος αμετάκλητα για ο,τι κατηγορείται, θεωρείται αθώος. Γι αυτό, σύμφωνα με τον νόμο, απαγορεύεται ν΄ αναφέρεται ως ένοχος σε δημόσιες δηλώσεις, είτε πρόκειται για πρόσωπο που έχει παραπεμφθεί σε δίκη είτε για πρόσωπο που έχει καταδικαστεί πρωτοδίκως (1).

Ως απόρροια του τεκμηρίου αθωότητας και της πιθανότητας εσφαλμένης απόφασης της Δικαιοσύνης (εσφαλμένης ακριβώς επειδή είναι ανεξάρτητη και απονέμεται όχι από μηχανές αλλά από ανθρώπους), προβλέπεται κατ΄ αρχήν το ανασταλτικό αποτέλεσμα των ενδίκων μέσων. Δηλαδή, με απλά λόγια, ο κανόνας που λέει πως όταν κάποιος ασκήσει έφεση σε μια απόφαση, η εκτέλεση της απόφασης αναστέλλεται μέχρι να δικαστεί η υπόθεσή του ξανά, εκτός αν, κατ΄ εξαίρεση, συντρέχουν κάποιες ειδικές περιστάσεις, όπως όταν το δικαστήριο θεωρεί πιθανή την εκ μέρους του διάπραξη και άλλων εγκλημάτων έως την εκδίκαση της έφεσής του.

Μάλιστα, το ανασταλτικό αποτέλεσμα της έφεσης (με καταβολή εγγύησης ή και χωρίς) δεν αποκλείεται καθόλου σε όσους είχαν προφυλακιστεί πριν τη δίκη τους. Είναι αμέτρητες οι περιπτώσεις που άνθρωποι που είχαν προφυλακιστεί πήραν ανασταλτικό αποτέλεσμα στην έφεσή τους με την πρωτόδικη καταδικαστική απόφαση, κυρίως όταν αυτή ελήφθη κατά πλειοψηφία ή περιείχε και απαλλακτικές διατάξεις.

2. Στην υπόθεση Λιγνάδη το δικαστήριο (μικτό ορκωτό, αποτελούμενο δηλαδή κατά πλειοψηφία -4 από τα 7 μέλη του- από ενόρκους, ήτοι απλούς πολίτες που έτυχε να κληρωθούν ως ένορκοι για τη συγκεκριμένη δίκη), μετά από μία χρονικά άνετη διαδικασία (χωρίς δηλαδή να μπορεί κανείς, από καμία πλευρά, να ισχυρισθεί ότι λόγω πίεσης χρόνου δεν μπόρεσε να αναδειχθεί όσο θα έπρεπε το α ή το β κρίσιμο κατά τη γνώμη του στοιχείο, κάτι που συμβαίνει συχνά στην καθημερινότητα των ποινικών δικαστηρίων), έκρινε ότι είναι ένοχος για τις δύο από τις τέσσερις κατηγορίες βιασμού που αντιμετώπιζε, δεν του αναγνώρισε τα ελαφρυντικά που ζήτησε, του επέβαλε ποινή 12ετούς κάθειρξης και η έφεσή του αποφάσισε να έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα. Όλα τα παραπάνω αποφασίστηκαν κατά πλειοψηφία, υπήρχαν δηλαδή μέλη του δικαστηρίου που μειοψήφησαν σε καθεμία από τις παραπάνω διατάξεις και, μάλιστα, όχι τα ίδια κάθε φορά.

Προσωπικά, σεβόμενος την απόφαση, όπως θα τη σεβόμουν όποια και να ήταν, ειλικρινά δεν έχω άποψη για την ορθότητά της, κι αυτό ισχύει για όλα τα σκέλη της. Σε μια τέτοια υπόθεση, άλλωστε, κάποιος που δεν γνωρίζει την δικογραφία και δεν έχει άμεση γνώση του συνόλου της αποδεικτικής διαδικασίας, δεν είναι φυσικά δυνατόν να εκφέρει σοβαρή άποψη, κυρίως για το κεφάλαιο περί ενοχής. Για τα λοιπά κεφάλαια της απόφασης (ιδίως για τη μη χορήγηση του ελαφρυντικού του σύννομου προτέρου βίου και για τη χορήγηση ανασταλτικού αποτελέσματος στην έφεση) θα μπορούσε ίσως να γίνει μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση, νομική όμως, γιατί, όσο κι αν οι μη νομικοί δεν το αντιλαμβάνονται, οι συζητήσεις αυτές άπτονται ορισμένων λεπτών εννοιών και κανόνων που διέπουν την ποινική δίκη και συνέχονται μεταξύ τους, η διατύπωση άποψης περί των οποίων σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη υπόθεση προϋποθέτει νομικές σπουδές και όχι απλά καλή θέληση (αν υποθέσουμε ότι αυτή τουλάχιστον υπάρχει, πράγμα καθόλου σίγουρο).

Συνεπώς ναι, θα μπορούσε σε κάποιο νομικό συνέδριο ή από τις στήλες κάποιου νομικού περιοδικού να γίνει μια σχετική συζήτηση (είμαι βέβαιος ότι κάποια στιγμή πράγματι θα γίνει), δεν μπορεί όμως να γίνει μέσω κομματικών ανακοινώσεων και δηλώσεων του οποιουδήποτε μη διαθέτοντος τις αναγκαίες γνώσεις αλλά απλά ενδιαφερομένου, έστω και ειλικρινά ενδιαφερομένου και όχι επιδιώκοντος τη δημοσιότητα, όπως κυρίως φοβάμαι ότι συμβαίνει εν προκειμένω.

Αυτό δεν σημαίνει καθόλου πως το κάθε κόμμα ή το οποιοδήποτε σωματείο ή και ο κάθε πολίτης δεν έχουν δικαίωμα να σχολιάσουν ή να κάνουν κριτική στην απόφαση. Έχουν και παραέχουν. Με στοιχειώδη όμως θεσμικό σεβασμό, δηλαδή, όπως προειπώθηκε, με σεβασμό προς τον κορυφαίο για τη δημοκρατία θεσμό της Δικαιοσύνης, σεβασμό τον οποίο οφείλουμε πάντοτε να επιδεικνύουμε, ακόμη και όταν δεν θεωρούμε σωστή την απόφασή της, ιδίως μάλιστα τότε, για να νομιμοποιείται η κριτική μας. Κριτική με θεσμικό σεβασμό λοιπόν (και με τις στοιχειώδεις γνώσεις, ει δυνατόν), όχι κριτική που στοχεύει τον ίδιο τον θεσμό, παραβιάζοντας και θεμελιώδεις αρχές του, όπως οι προαναφερόμενες,οι οποίες κανονικά θα έπρεπε να τηρούνται απαρέγκλιτα κυρίως απ’ όσους έχουν ρόλο στη λειτουργία της δημοκρατίας.

Αυτός ο αναγκαίος θεσμικός σεβασμός λείπει εν προκειμένω. Διότι, δεν είναι δυνατόν το πρωί, όταν ανακοινώνεται η απόφαση περί της ενοχής Λιγνάδη, κάποιοι να πανηγυρίζουν, λέγοντας ότι επιτέλους αποδόθηκε δικαιοσύνη, να πανηγυρίζουν ακόμη περισσότερο γύρω στο μεσημέρι, όταν απορρίπτεται το αίτημα αναγνώρισης ελαφρυντικών και μετά, λίγο αργότερα, όταν το ίδιο δικαστήριο που αποφάσισε και τα προηγούμενα, αποφάσισε η έφεση να έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα με καταβολή εγγύησης, να καταγγέλλουν την Δικαιοσύνη, την κυβέρνηση και την «σάπια αστική δημοκρατία» (για την απόφαση ενός δικαστηρίου με ενόρκους!).

3. Οι αντιδράσεις αυτές υπό άλλες συνθήκες θα προκαλούσαν μόνο μεγάλη έκπληξη για το μέγεθος της άγνοιας, της θεσμικής ανωριμότητας και της υπερβολικής, ακόμη και για τα ελληνικά πράγματα, διάθεσης πολιτικής εκμετάλλευσης. Δυστυχώς, όμως, είναι τόσο εντελώς αδικαιολόγητες, προστιθέμενες μάλιστα σε μια σειρά άλλων αντιδράσεων και εκδηλώσεων του τελευταίου χρονικού διαστήματος με στόχο τη Δικαιοσύνη, που μπορεί να σημαίνουν και κάτι περισσότερο.

Διότι, όση υπέρβαση των ορίων κι αν δεχτεί κανείς, δεν νοείται ο εκπρόσωπος της αξιωματικής αντιπολίτευσης να δηλώνει ότι ο Πρωθυπουργός της χώρας και η Υπ. Πολιτισμού προσπάθησαν να καλύψουν την υπόθεση όταν άρχισαν οι αποκαλύψεις, «δημιουργώντας μια ευνοϊκή περιρρέουσα ατμόσφαιρα για τον βιαστή», η οποία «αποτυπώθηκε στην απόφαση του δικαστηρίου». Δηλαδή τι ακριβώς εννοεί ο κ. Ηλιόπουλος στην επιμελώς ασαφή αλλά αρκούντως δηλητηριώδη δήλωσή του; Ότι το δικαστήριο, επηρεασμένο από τον Πρωθυπουργό και την Μενδώνη, που ήθελαν τάχα να αθωωθεί ο Λιγνάδης, αντιστάθηκε στα βασικά αλλά τους έκανε το χατήρι στο ανασταλτικό αποτέλεσμα της έφεσης; Ότι πήραν από την κυβέρνηση τηλέφωνο ειδικά τους δικαστές; Ή μήπως τους ενόρκους; Ή ότι στις ώρες μετά την απόφαση επί της ενοχής και την απόρριψη των ελαφρυντικών, παρακάλεσε η κυβέρνηση να δοθεί τουλάχιστον ανασταλτικό αποτέλεσμα στην έφεση; Τι απ’ όλα; Ποιά «ατμόσφαιρα» αποτυπώθηκε στο ένα σκέλος της απόφασης και όχι στα υπόλοιπα; Μπορεί στα σοβαρά να λέγονται τέτοια πράγματα;

Μια τέτοια κατηγορία, εντελώς απαράδεκτη και γελοία, ότι δηλαδή ο Πρωθυπουργός ή ένας Υπουργός προσπάθησαν να καλύψουν έναν κατηγορούμενο για βιασμούς, θα ήταν αδιανόητη σε οποιαδήποτε άλλη χώρα της ΕΕ. Γιατί είναι πραγματικά αδιανόητο να λέγονται τέτοια τερατώδη πράγματα, που τραυματίζουν καίρια την εμπιστοσύνη στους θεσμούς του καλοπροαίρετου αλλά μη γνωρίζοντος πολίτη, στο θυμικό του οποίου προφανώς απευθύνεται ο κ. Ηλιόπουλος και το κόμμα του, ως συνειδητή επιλογή, όπως αποδεικνύεται από το γεγονός ότι πρόσθετη δήλωση προς την ίδια κατεύθυνση έγινε και από την ίδια την επικεφαλής του Τομέα Δικαιοσύνης του ΣΥΡΙΖΑ.

Η δε στάση αυτή συνέπεσε με μία πραγματικά απαράδεκτη ανακοίνωση του ΣΕΗ για την απόφαση, η οποία ανερυθρίαστα διακηρύσσει ότι δεν υπάρχει κράτος δικαίου στην Ελλάδα, αναμειγνύοντας, με μεθόδους που θυμίζουν σκοτεινές εποχές, στον ίδιο λασπώδη πολτό τον Λιγνάδη, τον  Κορκονέα, το αίτημα αποφυλάκισης του τοξοβόλου του Συντάγματος (το οποίο είχε κατά σύμπτωση υποστηρίξει δυό μέρες πριν και ο εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ), την κυβέρνηση και τη Δικαιοσύνη, κάνοντας λόγο για “σάπια αστική εξουσία” και “δήθεν διακριτές εξουσίες“.

Είναι χαρακτηριστικό ότι την ίδια ημέρα, δημοσίευμα στην ΑΥΓΗ, με αφορμή την υπόθεση του Ζακ Κωστόπουλου (όπου ουδείς αμφισβήτησε την εγκυρότητα της σχετικής δίκης), ενημερώνει το κοινό της ότι πρόκειται να υπάρξουν ενέργειες με πρωτοβουλία της οικογένειας για να διεθνοποιηθεί «το έλλειμμα δημοκρατίας στην Ελλάδα» (!).

Συντονισμένες λοιπόν οι επιθέσεις και συνεχείς. Χωρίς να παραλείπουν να «δείχνουν» και συγκεκριμένα πρόσωπα. Την Πρόεδρο του δικαστηρίου εν προκειμένω, την οποία εν χορώ με απαράδεκτο τρόπο στοχοποιούν ονομαστικά οι σχετικές ανακοινώσεις, κάτι το οποίο, χωρίς να θέλουμε να  γίνουμε μάντεις κακών, συνεπάγεται αυτονοήτως προφανείς κινδύνους για την ίδια, με τις ονομαστικές αυτές αναφορές ν’ αποτελούν τελικά απειλές και προειδοποιήσεις προς όλους τους συναδέλφους της.

4. Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι η Δικαιοσύνη έχει επιλεγεί από κάποιους ως προνομιακό πεδίο έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης, εκτεινόμενο μάλιστα πλέον και στο επίπεδο του ακτιβισμού. Αυτή είναι η μεγάλη κατά τη γνώμη μου διαφοροποίηση, η οποία ξεκίνησε από την απόφαση για την υπόθεση της ΧΑ, όπου μια ιστορική απόφαση που τιμά την ελληνική Δικαιοσύνη, επιχειρείται έκτοτε συστηματικά να εμφανίζεται όχι τόσο ως απόφαση των δικαστών που την έλαβαν, αλλά ως αποτέλεσμα κινητοποιήσεων και κοινωνικής/πολιτικής πίεσης εκτός της αίθουσας του δικαστηρίου, κάτι εντελώς αναληθές και ανεπίτρεπτο να λέγεται, αφού υποτιμά και προσβάλλει καίρια όχι μόνο αυτούς αλλά ολόκληρη την ελληνική Δικαιοσύνη.

Στην επιλογή αυτή εντάσσεται και η πρόσφατη επιχείρηση κατασυκοφάντησής της, εν αναμονή του βουλεύματος για τη σκευωρία Novartis, όπου κάποιοι δεν έχασαν ευκαιρία να τη διασύρουν στους ευρωπαϊκούς θεσμούς και σε κάθε σχετικό ή άσχετο forum, ισχυριζόμενοι ότι στην Ελλάδα η Δικαιοσύνη δεν είναι ανεξάρτητη, ότι ελέγχεται από την κυβέρνηση και υπηρετεί πολιτικούς σχεδιασμούς. Βεβαίως, τώρα που εκδόθηκε το βούλευμα, το οποίο υπήρξε απαλλακτικό για το σύνολο σχεδόν των κατηγοριών που σχετίζονταν με την υπόθεση, οι καταγγέλοντες πανηγύριζαν μεν για την «ανεξάρτητη ελληνική Δικαιοσύνη που τους δικαίωσε», παρέλειψαν όμως να εκφράσουν την οφειλόμενη δημόσια συγγνώμη τους, ιδίως στους ξένους θεσμούς που τη διέσυραν.

Πιθανότατα, αυτή η επιλογή έγινε επειδή κάποιοι πιστεύουν πως με τη στοχοποίηση της Δικαιοσύνης («της Δικαιοσύνης τους» όπως τη λένε απαξιωτικά, αναφερόμενοι σε μας τους υπόλοιπους και στην «αστική» δημοκρατία, λες και υπάρχει κι άλλη…) μπορούν να δημιουργήσουν ξανά τις συνθήκες της περιόδου 2011-2012. Τότε ήταν η ελληνική οικονομική κρίση και τα μνημόνια, και σύμμαχός τους στις πλατείες οποιοσδήποτε μισούσε τους θεσμούς, από μπαχαλάκηδες κι αντιεξουσιαστές μέχρι Χρυσαυγίτες. Σήμερα είναι ξανά η οικονομική κρίση (διεθνής τώρα, αλλά μικρή σημασία έχει) και η άνοδος των τιμών λόγω του πολέμου της Ουκρανίας, σύμμαχοι δε περίπου οι ίδιοι, όσοι δηλαδή απεχθάνονται την «σάπια αστική δημοκρατία» και τους θεσμούς της, χωρίς μεν τώρα την ΧΑ, αγκαλιά όμως με τον ΣΕΗ και τις μεσημεριανές εκπομπές στην τηλεόραση. Η βασική διαφορά είναι ότι αυτή τη φορά ως στόχος έχει επιλεγεί αντί της Βουλής η Δικαιοσύνη, επειδή αυτό νομίζουν ότι τους συμφέρει καλύτερα.

Το σίγουρο είναι ότι κάποιοι παίζουν με τους θεσμούς, προσπαθώντας να στήσουν λαϊκά δικαστήρια και να κάνουν τον δημόσιο χώρο ρωμαϊκή αρένα. Δεν πρέπει να το επιτρέψουμε, η υπεράσπιση των θεσμών είναι υποχρέωση κάθε υπεύθυνου πολίτη.

Παναγιώτης Περάκης: Αντιπρόεδρος CCBE

Σημείωση: (1) Συναφώς βλ. και την προσφάτως ενσωματωθείσα στη χώρα μας Οδηγία (ΕΕ) 2016/343. Σχετική και η Σύσταση Rec(2003)13 της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου  της Ευρώπης, με την οποία προτρέπει τα κράτη μέλη να σέβονται την αρχή του τεκμηρίου αθωότητας, δεδομένου ότι αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη και να λαμβάνουν μέτρα προκειμένου να διασφαλίσουν, αντίστοιχα, ότι οι γνώμες και οι πληροφορίες που σχετίζονται με εν εξελίξει ποινικές διαδικασίες γνωστοποιούνται ή δημοσιοποιούνται μέσω των ΜΜΕ μόνο όταν δεν παραβιάζουν το τεκμήριο αθωότητας του υπόπτου ή του κατηγορουμένου.

Ακολουθήστε το dikastiko.gr στο Google News και δείτε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο dikastiko.gr

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ