Τετάρτη 21 Απριλίου 2021

 Δικαστικά πυρά των δικηγόρων στο ΣτΕ: Ζητούν να ακυρωθεί η ΚΥΑ για τα δικαστήρια- Ολόκληρη η αίτηση ακύρωσης

Είχε προηγηθεί η από 13.2.2021 απόφαση της Συντονιστικής Επιτροπής και σήμερα 13 Πρόεδροι Δικηγορικών Συλλόγων-μέλη της κατέθεσαν αίτηση για την ακύρωση της νέας ΚΥΑ κατά το μέρος που αφορά στην αναστολή λειτουργίας των δικαστηρίων

NEWSROOM icon
NEWSROOM
 Δικαστικά πυρά των δικηγόρων στο ΣτΕ: Ζητούν να ακυρωθεί η ΚΥΑ για τα δικαστήρια- Ολόκληρη η αίτηση ακύρωσης

Μια σειρά λόγους για τους οποίους η ΚΥΑ για την αναστολή λειτουργίας των δικαστηρίων πρέπει να ακυρωθεί προβάλλουν οι δικηγόροι της χώρας με την αίτηση που κατέθεσαν στο Συμβούλιο της Επικρατείας` . Είχε προηγηθεί η από 13.2.2021 απόφαση της Συντονιστικής Επιτροπής και σήμερα 13 Πρόεδροι Δικηγορικών Συλλόγων-μέλη της κατέθεσαν αίτηση για την ακύρωση της νέας ΚΥΑ κατά το μέρος που αφορά στην αναστολή λειτουργίας των δικαστηρίων, των εισαγγελιών, των υποθηκοφυλακείων και των κτηματολογικών γραφείων όλης της χώρας.

H προσβαλλόμενη απόφαση ουσιαστικά μας απαγορεύει να ασκήσουμε την κορωνίδα του δικηγορικού μας λειτουργήματος, ήτοι την παράσταση ενώπιον των Ελληνικών Δικαστηρίων. Ως εκ τούτου, πλήττει κατά τρόπο άμεσο, προσωπικό και ενεστώτα κάθε δικηγορικό λειτουργό, θίγοντας αφενός την επαγγελματική μας ελευθερία κατά το άρθρο 5.1 Σ, αφετέρου την ίδια τη Δικαιοσύνη, όπως αυτή προστατεύεται από το Σύνταγμα (άρθρα 8, 20.1,

87επ. Σ), της οποίας είμαστε συλλειτουργοί”, αναφέρουν οι δικηγόροι.

Στην αίτηση ακύρωσης, προβάλλεται ότι η νέα ΚΥΑ:

α) Πλήττει ουσιωδώς το συνταγματικό δικαίωμα στην απονομή δικαιοσύνης και ειδικότερα το δικαίωμα των πολιτών σε δικαστική προστασία,

β) Παραβιάζει τις αρχές:

i) της διάκρισης των εξουσιών, αφού “σε κάθε περίπτωση, κατά πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, μέτρα οργανωτικού χαρακτήρα τα οποία άπτονται της λειτουργίας της Δικαιοσύνης -ακόμη και η συγχώνευση ή η δημιουργία ενός επιπλέον τμήματος στο Συμβούλιο της Επικρατείας- δεν είναι συνταγματικά νοητό να λαμβάνονται από τον κοινό, πόσο μάλλον από τον κανονιστικό νομοθέτη, χωρίς προηγούμενη γνώμη των ανωτάτων δικαστηρίων. Ειδικά ως προς τα οργανωτικά της Διοικητικής Δικαιοσύνης απαιτείται γνώμη της διοικητικής Ολομέλειας του ΣτΕ, η οποία εν προκειμένω δεν ζητήθηκε”.

ii) της απρόσκοπτης και συνεχούς λειτουργίας των δημόσιων υπηρεσιών και δη αυτών που ανήκουν στο σκληρό πυρήνα της πολιτειακής λειτουργίας, όπως είναι τα δικαστήρια, αφού “η νομοθετική και εκτελεστική λειτουργία οφείλουν να διασφαλίζουν τη συνταγματική αρχή της συνεχούς και απρόσκοπτης λειτουργίας των δικαστηρίων ως δημόσιας υπηρεσίας”.

iii) της αναλογικότητας αφού “η συνταγματική αρχή της συνέχειας της λειτουργίας των δημοσίων υπηρεσιών εφαρμόζεται αυστηρότερα και επιτακτικότερα στα λεγόμενα άμεσα

όργανα του Κράτους, δηλαδή τα όργανα που προβλέπονται ευθέως εκ του

Συντάγματος, ήτοι τη νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική εξουσία. Κατά τον

ίδιο λόγο που σε συνθήκες πανδημίας δεν αναστέλλεται ούτε διακόπτεται η λειτουργία της νομοθετικής και της εκτελεστικής εξουσίας, κατά τον ίδιο λόγο δεν πρέπει να διακόπτεται η απρόσκοπτη λειτουργία και της δικαστικής εξουσίας, που είναι ισότιμη με τις άλλες δύο.

και iv) της χρηστής διοίκησης.

Κι άλλοι λόγοι

Η ΚΥΑ λένε οι δικηγόροι

γ) δεν έχει την απαιτούμενη ειδική τεκμηρίωση και

δ) Αντίκειται στο δικαίωμα στην επαγγελματική και οικονομική ελευθερία ως ειδικότερης έκφανσης του δικαιώματος ανάπτυξης της προσωπικότητας.

Κατά συνέπεια, η ΚΥΑ είναι ακυρωτέα λόγω παράβασης των άρθρων 5 παρ. 1, 20 παρ. 1, 25 και 26 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ.

Αναφέρουν οι δικηγόροι:

Το Σύνταγμα στο άρθρο 20.1 αλλά και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (άρθρο 6.1 ΕΣΔΑ) κατοχυρώνουν το δικαίωμα σε έγκαιρη, πλήρη και αποτελεσματική δικαστική προστασία.

Η απαγόρευση λειτουργίας των Ελληνικών Δικαστηρίων δια κανονιστικής πράξεως προφανώς και θίγει στον πυρήνα της το ως άνω δικαίωμα. Πράγματι, η δικαστική προστασία δεν μπορεί να είναι ούτε έγκαιρη, ούτε πλήρης, ούτε αποτελεσματική χωρίς τη συνεχή λειτουργία των Δικαστηρίων. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και εάν η παροδική αναστολή της λειτουργίας αυτής είναι νοητή για λόγους δημοσίου συμφέροντος, θα πρέπει να είναι η ελάχιστη αναγκαία, κατ’αυστηρή εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας, συνοδευόμενη από πλήρη και διεξοδική τεκμηρίωση κάθε ειδικότερου περιοριστικού μέτρου στη λειτουργία των Δικαστηρίων.

Αντιθέτως, η συλλήβδην υιοθέτηση ενός γενικού μέτρου αναστολής (με ελάχιστες εξαιρέσεις

κατεπειγουσών διαδικασιών), χωρίς να τεκμηριώνεται γιατί λιγότερο περιοριστικά της λειτουργίας των Δικαστηρίων μέτρα δεν αρκούν για την προάσπιση της δημόσιας υγείας, δεν συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας και πλήττει το υπερονομοθετικά κατοχυρωμένο δικαίωμα δικαστικής προστασία

Το σκεπτικό

Οπως αναφέρεται στην προβαλλόμενη απόφαση : “Εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη ΚΥΑ είναι μη νόμιμη και ακυρωτέα, ως παντελώς ατεκμηρίωτη. Η αναστολή δικαστικών λειτουργιών και ιδίως η οριζόντια αναστολή τους στο επίπεδο πολύ αυξημένου κινδύνου, αποτελεί άκρως επαχθές τόσο για τη δικηγορική κοινότητα όσο και για τους πολίτες μέτρο, το οποίο λήφθηκε δίχως προηγούμενη αξιολόγηση του εύρους του κινδύνου διασποράς του κορωνοϊού ανά κατηγορία υποθέσεως και δικαστικών διαδικασιών και άνευ προηγούμενης διαβούλευσης με τους θεσμικούς φορείς απονομής της Δικαιοσύνης.

Η προσβαλλόμενη Κοινή Υπουργική Απόφαση, με την οποία επέρχεται οριζόντια αναστολή λειτουργίας των δικαστηρίων είναι ιδιαιτέρως βλαπτική καθότι πλήττει ουσιωδώς το δικαίωμα δικαστικής προστασίας των πολιτών, τη ρύθμιση ζητημάτων της οικονομικής και κοινωνικής ζωής και την άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος χωρίς το μέτρο αυτό να είναι απολύτως αναγκαίο στην έκταση που λαμβάνεται. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι η αναστολή αυτή, σε συνδυασμό με τις διαχρονικές παθογένειες που παρατηρούνται στην απονομή της δικαιοσύνης (καθυστέρηση

ορισμού δικασίμων, έκδοσης αποφάσεων) αγγίζει τα όρια της αρνησιδικίας.

Κατά τούτο, η προσβαλλόμενη είναι ακυρωτέα, διότι συνιστά ανεπίτρεπτη επέμβαση στη δικαστική εξουσία και περιορίζει ανεπίτρεπτα τα ως άνω θεμελιώδη και συνταγματικώς κατοχυρωμένα δικαιώματα.

Ακόμα όμως και στην υποθετική περίπτωση που το μέτρο του περιορισμού λειτουργίας των δικαστηρίων ήταν καταρχήν κατάλληλο για τον περιορισμό διασποράς του κορωνοιού, η οριζόντια, σχεδόν ολική αναστολή λειτουργίας των δικαστηρίων, όπως επιβάλλεται, ιδίως στις περιοχές

αυξημένου κινδύνου, υπερβαίνει τα όρια της αρχής της αναλογικότητος

(άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος).

Πράγματι, το άκρως επαχθές μέτρο της οριζόντιας αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων επιφέρει δυσμενείς συνέπειες στους πολίτες και στους δικηγόρους και πλήττει καίρια το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, όπως εξετέθη ανωτέρω.

Αντιθέτως, δεδομένων των συνθηκών είναι εφικτή η κανονική λειτουργία της δικαιοσύνης με τη λήψη ηπιότερων περιοριστικών μέτρων προσαρμοζόμενων ad hoc στις ανάγκες κάθε δικαστηρίου ανά κατηγορία υποθέσεων, κατόπιν διαβούλευσης με τους θεσμικούς φορείς ήτοι τις διοικήσεις των δικαστηρίων και της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας. Η μέχρι σήμερα λειτουργία των δικαστηρίων έχει αποδείξει ότι τα Δικαστήρια με την τήρηση των

προβλεπόμενων υγειονομικών μέτρων (χρήση μάσκας, αντισηπτικών, τήρηση αποστάσεων, χρονική κατανομή πινακίων κλπ.) δεν αποτελούν εστίες υπερμετάδοσης του ιού, σε αντίθεση μάλιστα με άλλες υπηρεσίες, όπως, ενδεικτικά, τα μέσα μαζικής μεταφοράς, που λειτουργούν κανονικά.

Είναι άξιον απορίας πως στις περιοχές αυξημένου κινδύνου, ενώ στο Συμβούλιο της Επικρατείας και το Ελεγκτικό Συνέδριο είναι δυνατή η συζήτηση των υποθέσεων εφόσον έχει υποβληθεί δήλωση απ’ όλους τους διαδίκους, τούτο δεν ισχύει στον Αρειο Πάγο και στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και σε όποιο άλλο δικαστήριο και διαδικασία, όπου είναι δυνατή η έγγραφη διαδικασία

και δεν υφίσταται κίνδυνος συγχρωτισμού. Είναι προφανές ότι τα ως άνω μέτρα, με τις ως άνω διαφοροποιήσεις, στηρίζονται σε σχετική τεκμηρίωση και ιδίως στην από 9.2.2021 εισήγηση της Εθνικής Επιτροπής Προστασίας Δημόσιας Υγείας έναντι του κορωνοϊού COVID-19, που αναφέρεται στο προίμιο της προσβαλλομένης. Το περιεχόμενο της εισήγησης της Επιτροπής πρέπει να ελεγχθεί από το Δικαστήριό σας ως προς την επιστημονική τεκμηρίωση της αναγκαιότητας της ουσιαστικής κατάργησης μίας ύψιστης σημασίας κρατικής λειτουργίας, η οποία είναι ισόκυρη με τη νομοθετική και εκτελεστική, οι οποίες συνεχίζουν τη λειτουργία τους, βάσει της προσβαλλόμενης Κοινής Υπουργικής Απόφασης.

Τεκμηρίωση

Πως τεκμηριώνεται, άραγε, η αναστολή των δικών της τακτικής διαδικασίας στα πολιτικά δικαστήρια, που επιβάλλεται στις περιοχές πολύ αυξημένου κινδύνου, όταν όλη η διαδικασία είναι έγγραφη, χωρίς να απαιτείται μάλιστα η παρουσία πληρεξουσίων δικηγόρων και διαδίκων, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης;

Ομοίως, δεν τεκμηριώνεται ο κίνδυνος διασποράς του κορωνοιού κατά τη συζήτηση υποθέσεων ειδικών διαδικασιών στα πολιτικά δικαστήρια , όπως οικογενειακές, εργατικές ή μισθωτικές, εφόσον υπάρξει πρόνοια χρονικής κατανομής των υποθέσεων κάθε πινακίου.

Η απαγόρευση μάλιστα εκδίκασης των συγκεκριμένων υποθέσεων πλήττει ιδιαίτερα τα λαϊκά στρώματα και τις οικογένειες, που έχουν υποστεί τη δραστικότερη μείωση του εισοδήματός τους,

αφού δεν εκδικάζονται υποθέσεις έντονα κοινωνικού ενδιαφέροντος όπως αγωγές ακύρωσης απολύσεως εργαζομένων ή καταβολής δεδουλευμένων και αποζημιώσεων, αγωγές απόδοσης μισθίου μικροϊδιοκτητών, που το μίσθωμα αποτελεί το κύριο εισόδημά τους και αδυνατούν να καλύψουν βασικές τους ανάγκες ή αγωγές διατροφής, από την εκδίκαση των οποίων εξαρτάται η

στοιχειώδης κάλυψη δαπανών διαβίωσης μονογονεϊκών οικογενειών ή σπουδαστών αλλά και η ρύθμιση επικοινωνίας γονέων και ανηλίκων τέκνων, πολλώ δε μάλλον όταν δεν διεξάγονται ούτε οι δίκες προσωρινής δικαστικής προστασίας των άνω υποθέσεων ούτε επιτρέπεται καν η κατάθεση των σχετικών ενδίκων βοηθημάτων- αιτήσεων προσωρινής δικαστικής προστασίας.

Διασπορά

Αντίστοιχη έλλειψη τεκμηρίωσης του κινδύνου διασποράς του κορωνοϊού παρατηρείται στην απαγόρευση εκδίκασης ποινικών υποθέσεων κατά τον ίδιο τρόπο, ήτοι εφόσον υπάρξει πρόνοια χρονικής κατανομής των υποθέσεων κάθε εκθέματος, προκειμένου να αποφευχθεί η παραβίαση

στοιχειωδών δικαιωμάτων ιδίως κρατουμένων, που εκτίουν καταδικαστικές αποφάσεις σε πρώτο βαθμό, των οποίων παρατείνεται η κράτηση αδικαιολόγητα, στερουμένων του δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας στον οποίο είναι πιθανή η αθώωσή τους ή η μείωση της επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής, κατά παράβαση, μάλιστα, και των αρχών του κράτους δικαίου και της δίκαιης

δίκης , όπως αυτές ορίζονται στα άρθρα 1 και 6 της ΕΣΔΑ.

Αλλά και η αναστολή εκδίκασης υποθέσεων εκούσιας δικαιοδοσίας αποστερεί πολλούς πολίτες από την εκμετάλλευση της περιουσίας τους για την αντιμετώπιση των συνεπειών της οικονομικής δυσπραγίας.

Ειδικότερα αδυνατούν να λάβουν άδειες για εκποίηση ή άλλου είδους εκμετάλλευση

περιουσιακών στοιχείων ανηλίκων ή ανίκανων προσώπων, δεν εκδίδονται κληρονομητήρια για είσπραξη εκ μέρους κληρονόμων σημαντικών ποσών από τραπεζικούς λογαριασμούς ή ασφαλιστικά προγράμματα αποβιωσάντων, καθυστερεί η δημοσίευση διαθηκών, υιοθεσίες, πτωχευτικές διαδικασίες, από τις οποίες μπορεί και να εξαρτάται η διαβίωση εργαζομένων, διορθώσεις ληξιαρχικών πράξεων, που μπορεί να είναι απολύτως αναγκαίες για τη

διευθέτηση σημαντικών ζητημάτων προσωπικής κατάστασης κ.λπ.

Αναστολή

Ομοίως, δεν τεκμηριώνεται η αναστολή κάθε είδους συναλλαγών και ο έλεγχος τίτλων στα υποθηκοφυλακεία και κτηματολογικά γραφεία, στις περιοχές πολύ αυξημένου κινδύνου, όπως και η λειτουργία τους στις λοιπές περιοχές αποκλειστικά και μόνο για επείγουσες περιπτώσεις, ενώ είναι δυνατή η λειτουργία τους, κατόπιν ραντεβού και με την τήρηση των προβλεπόμενων μέτρων πρόληψης και προστασίας (μάσκες, αντισηπτικά, τήρηση αποστάσεων), ιδίως στις περιοχές που λειτουργούν τα υποθηκοφυλακεία – κτηματολογικά γραφεία της χώρας με την μέθοδο των ραντεβού, κατ’ εκτίμηση των επικεφαλείς κάθε σχηματισμού, παραβιάζεται η αρχή της χρονικής

προτεραιότητας στην εγγραφή των εμπραγμάτων βαρών και ως εκ τούτου η ασφάλεια και συναλλαγών.

Σε κάθε περίπτωση, εάν η αναστολή λειτουργίας των δικαστικών λειτουργιών τον Μάρτιο του 2020, λόγω της αιφνιδιασμού του κρατικού μηχανισμού και της αδυναμίας αντιμετωπίσεως του απρόσμενου γεγονότος της πανδημίας, ήθελε κριθεί δικαιολογημένη, δεν μπορεί να δικαιολογείται και μάλιστα στην παρούσα εκτεταμένη μορφή της σήμερα. Δεν είναι δυνατόν να λαμβάνονται σήμερα, ένα χρόνο μετά, τέτοια άκρως επαχθή και περιοριστικά μέτρα και να απενεργοποιείται ουσιαστικά μία ζωτικής σημασίας κρατική λειτουργία τόσο για την απονομή της δικαιοσύνης, όσο και για τη ρύθμιση κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων.

Σημειώνεται ότι και σε αντίστοιχη περίπτωση οικονομικής κρίσης και του κινδύνου δημοσιονομικού εκτροχιασμού της Χώρας, το Συμβούλιο της Επικρατείας αρχικώς (Ολομ ΣτΕ 668/2012) δέχθηκε τη συνταγματικότητα των περιοριστικών μέτρων, στη συνέχεια όμως

και επειδή παρήλθε το στοιχείο του αιφνιδιασμού για την αντιμετώπιση της

οικονομικής κρίσης, το Δικαστήριό Σας δέχθηκε (βλ. λ.χ. Ολομ. ΣτΕ 2287/2015)

ότι δεν δικαιολογείται συνταγματικά η λήψη περιοριστικών μέτρων που δεν

τεκμηριώνονται και υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο.

Η δημόσια υγεία

Η επίτευξη του σκοπού της προστασίας της δημόσιας υγείας είναι δυνατή με την εφαρμογή ηπιότερων, όπως η αυστηρή τήρηση των προβλεπόμενων υγειονομικών μέτρων, ο χρονικός διαχωρισμός ως προς τη συζήτηση των υποθέσεων και η έγγραφη διαδικασία, όπου είναι

δυνατή.

Τούτων δοθέντων, προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη καθίσταται ακυρωτέα και επειδή παραβιάζει ευθέως τη συνταγματική αρχή της χρηστής διοίκησης.

Ειδικότερα:

Σύμφωνα με την αρχή της χρηστής διοίκησης, τα διοικητικά όργανα υποχρεούνται να ασκούν τις αρμοδιότητές τους, με βάση το περί δικαίου αίσθημά τους, με αναλογικότητα και επιείκεια και στο πλαίσιο της αρχής της νομιμότητας της δημόσιας διοίκησης. Κατ’ εφαρμογή, λοιπόν, της αρχής αυτής, η δημόσια διοίκηση οφείλει, ιδίως, να διευκολύνει τους διοικουμένους να προστατεύουν τα συμφέροντά τους και να απολαμβάνουν τα δικαιώματά τους.

Στα δικαιώματα αυτά καταλέγεται και αυτό της άσκησης της επαγγελματικής δραστηριότητας. Βεβαίως, το δικαίωμα στην ελεύθερη άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας νοείται και πρέπει να γίνεται αντιληπτό σε σχέση προς την κοινωνική του λειτουργία.

Ως εκ τούτου, μπορούν να επιβληθούν περιορισμοί στην άσκηση του δικαιώματος αυτού, υπό την προϋπόθεση ότι οι περιορισμοί αυτοί ανταποκρίνονται, πράγματι, σε επιδιωκόμενους από την Διοίκηση σκοπούς γενικού συμφέροντος και δεν συνιστούν, λαμβανομένου υπόψη του επιδιωκόμενου σκοπού, υπέρμετρη και ανεπίτρεπτη παρέμβαση, δυνάμενη να θίξει την ίδια την ουσία του εν λόγω δικαιώματος (βλ. απόφαση 17-6/2018 ΠΡΕΚ T-429/13, T-451/13

σκ. 585,586,588 και την εκεί αναφερόμενη σχετική νομολογία).

Και ναι μεν η προστασία της δημόσιας υγείας, κατ’ επίκληση της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, έχει υπέρτερη σπουδαιότητα σε σχέση με οικονομικής φύσης θεωρήσεις, με αποτέλεσμα να μπορεί να δικαιολογήσει αρνητικές οικονομικές συνέπειες, ακόμη και πολύ σημαντικές, για ορισμένους επαγγελματίες, αλλά οι περιορισμοί που η Διοίκηση επέλεξε να επιβάλει στην άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος – λειτουργήματος αποτελούν πρόδηλα σφάλματα εκτίμησης και εσφαλμένης εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας και έχουν ως αποτέλεσμα την παράβαση του νομικού πλαισίου που αναλύεται με τους προαναφερόμενους λόγους ακύρωσης.

Oι περιορισμοί που επιβλήθηκαν σε βάρος του δικαιώματός μας να ασκούμε ακώλυτα και εν γένει ελεύθερα το επάγγελμά μας, βαίνουν πέραν του αναγκαίου μέτρου και θίγουν δυσανάλογα τόσο το θεσμό της δικαιοσύνης αυτό καθαυτό όσο και το επαγγελματικό μας δικαίωμα.

Η αρχή της αναλογικότητας

Με άλλα λόγια, τα επίδικα περιοριστικά μέτρα θεσπίστηκαν κατά παράβαση της αρχής της

αναλογικότητας, προεχόντως, λόγω του εύρους τους, της χρονικής διάρκειας της πανδημικής κρίσης σε συνδυασμό με την απουσία ολοκληρωμένων μέτρων στήριξης του πληττόμενου κλάδου των δικηγόρων, καθώς και του γεγονότος ότι η διαδικασία λήψης τους, στο σύνολό της, πραγματοποιήθηκε εσπευσμένα και χωρίς να αξιολογηθούν εναλλακτικές προτάσεις λειτουργίας των δικαστηρίων.

Προκύπτει, έτσι, ότι η Διοίκηση είχε ήδη εξ αρχής αποφασίσει να επιβάλει ευρεία απαγόρευση απονομής της δικαιοσύνης και δεν έλαβε υπόψη της εναλλακτικό τρόπο ασφαλούς λειτουργίας των δικαστηρίων, με αποτέλεσμα την αξιολόγηση των ενδεχόμενων κινδύνων της λειτουργίας

τους βάσει ατελούς μεθόδου και χωρίς να εκτιμηθούν οι σοβαρότατες και ανεπανόρθωτες επιπτώσεις που προκαλεί η εφαρμογή της προσβαλλόμενης απόφασης.

Πιο συγκεκριμένα, κατά την έκδοση της προσβαλλομένης, δεν ελήφθη αναιτιολόγητα υπόψη ότι:

α). συμπληρώνεται διάστημα περίπου ενός έτους υπολειτουργίας των δικαστηρίων, δοθέντος ότι η πρώτη γενικευμένη απαγόρευση κυκλοφορίας και η συναφής αναστολή λειτουργίας των δικαστηρίων πραγματοποιήθηκε τον Μάρτη του 2020.

β). η κατά το αμέσως προηγούμενο διάστημα μερική λειτουργία των δικαστηρίων, δεν στάθηκε ικανή να βελτιώσει την προβληματική κατάσταση που έχει διαμορφωθεί σωρευτικά και η οποία συνίσταται στην προσβολή τόσο του δικαιώματος πρόσβασης των πολιτών στη δικαιοσύνη όσο και του δικαιώματος στην επαγγελματική ελευθερία των δικηγόρων, μεγάλο μέρος των

οποίων δεν μπορεί πλέον να ανταποκριθεί σε βασικές βιοτικές του ανάγκες.

γ). η δυνατότητα λειτουργίας των δικαστηρίων, με την εφαρμογή ηπιότερων μέτρων και την αυστηρή τήρηση των προβλεπόμενων υγειονομικών μέτρων.

Εν κατακλείδι, η προσβαλλόμενη είναι ακυρωτέα σε κάθε περίπτωση.

Ακόμη και εάν το Δικαστήριό Σας κρίνει ότι δεν πλήττει τον πυρήνα των θεμελιωδών δικαιωμάτων τα οποία εκτέθηκαν ανωτέρω ή ότι θα μπορούσε να είναι υπό προϋποθέσεις νοητή υπό το φως της αρχής της αναλογικότητας, και πάλι δεν ελήφθη στη βάση της προσήκουσας διαδικασίας, ούτε με την προσήκουσα επιστημονική ή άλλη τεκμηρίωση. Ένα έτος μετά το ξέσπασμα της πανδημίας, δεν νοείται η εφαρμογή συλλήβδην απαγορεύσεων στη λειτουργία της Δικαιοσύνης ωσάν το Κράτος να βρίσκεται σε καθεστώς αιφνιδιασμού και πανικού, όπως τον Μάρτιο του 2020. Στο μεσοδιάστημα, δεν προκύπτει ότι έγινε καμία προσήκουσα διαβούλευση με τους δικηγορικούς συλλόγους, ούτε εκπονήθηκε οιοσδήποτε σχεδιασμός ώστε τα περιοριστικά μέτρα για τη Δικαιοσύνη σε φάσης έξαρσης της πανδημίας να είναι τα ελάχιστα δυνατά. Επιπρόσθετα, η επίκληση της ομάδας ιατρών εμπειρογνωμόνων γίνεται κατά τρόπο αδόκιμο, καθόσον δεν συνάγεται από κανένα στοιχείο ότι

στην ομάδα αυτή τέθηκαν αναλυτικά περισσότερες και ηπιότερες λύσεις για τη λειτουργία των δικαστηρίων, οι οποίες να απορρίφθηκαν τεκμηριωμένα (πχ διενέργεια διαγνωστικών τεστ, χρονικός διαχωρισμός πινακίων και τα λοιπά γνωστά υγειονομικά μέτρα πρόληψης και προστασίας). Η προσβαλλόμενη δεν ελήφθη με την προσήκουσα διαδικασία και μέθοδο, μέσω της οποίας να αιτιολογείται κατά τρόπο νομικά αποδεκτό ότι μόνο τα ληφθέντα περιοριστικά

μέτρα και κανένα άλλο ηπιότερο είναι κατάλληλα, αναγκαία και stricto sensu αναλογικά ώστε να επιτευχθεί ο σκοπός διασφάλισης της δημόσιας υγείας.

Επειδή η παρούσα είναι νόμιμη, βάσιμη και αληθής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΖΗΤΟΥΜΕ

– Να γίνει δεκτή η παρούσα αίτηση.

– Να ακυρωθεί η άνω προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. Δ1α/Γ.Π.οικ. 9147/10- 2-2021 ΚΥΑ στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από την Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 1 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00. (ΦΕΚ Β 534/10-2-2021), κατά το μέρος που αφορά στα δικαστήρια, εισαγγελίες, στρατιωτικά δικαστήρια, έμμισθα , άμισθα υποθηκοφυλακεία,

πάσης φύσεως κτηματολογικά γραφεία και υποκαταστήματα του φορέα

«Ελληνικό Κτηματολόγιο» (άρθρο 1παρ. 1Β περ. 4).

– Να καταδικαστούν οι αντίδικοι στην δικαστική δαπάνη μας.

Δείτε ολόκληρη την αίτηση ακύρωσης ΕΔΩ

Ακολουθήστε το dikastiko.gr στο Google News και δείτε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο dikastiko.gr

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ