Διαφωνία δικαστών – δικηγόρων για την καθαρογραφή αθωωτικών αποφάσεων – Ο αντίλογος του Προέδρου Εφετών Κ. Κουτσογεώργου

Ενώπιον της Ολομέλειας του Εφετείου Αθηνών οδηγείται η «διαμάχη» για την καθαρογραφή των αθωωτικών αποφάσεων, με τη δικαστική ηγεσία και τον δικηγορικό κόσμο να εκφράζουν διαφορετικές απόψεις για τα όρια της αιτιολόγησης και του τεκμηρίου αθωότητας

NEWSROOM
Διαφωνία δικαστών – δικηγόρων για την καθαρογραφή αθωωτικών αποφάσεων – Ο αντίλογος του Προέδρου Εφετών Κ. Κουτσογεώργου

Σε τροχιά σύγκρουσης βρίσκονται ο δικηγορικός και ο δικαστικός κόσμος με αφορμή το ζήτημα της καθαρογραφής των αθωωτικών αποφάσεων, ένα θέμα που πρόκειται να κριθεί οριστικά στην Ολομέλεια των Δικαστών του Εφετείου Αθηνών εντός των πρώτων μηνών του 2026. Η επικείμενη συνεδρίαση, η οποία προκλήθηκε μετά από συστηματικές παρεμβάσεις του δικηγόρου Κώστα Παπαδάκη και τη θεσμική στήριξη του ΔΣΑ και της Ένωσης Ποινικολόγων και Μαχόμενων Δικηγόρων, φέρνει στην επιφάνεια δύο ριζικά αντίθετες νομικές προσεγγίσεις για το Κράτος Δικαίου και τη λειτουργία των δικαστηρίων.

Από τη μία πλευρά, η υπεράσπιση και οι συλλογικοί φορείς των δικηγόρων υποστηρίζουν ότι η παρούσα πρακτική της μη καθαρογραφής των αθωωτικών σκεπτικών —η οποία παγιώθηκε με την Υπουργική Απόφαση 2273/2020— πλήττει τον πυρήνα των δικαιωμάτων του πολίτη. Επισημαίνουν ότι το τεκμήριο αθωότητας παραβιάζεται όταν η απαλλαγή παραμένει «άγραφη», τη στιγμή που οι κατηγορίες και τα παραπεμπτικά βουλεύματα παραμένουν εσαεί στα αρχεία. Τονίζουν, επίσης, ότι η έλλειψη αιτιολογίας στερεί από τον αθωωθέντα το δικαίωμα να στραφεί κατά ψευδομαρτύρων, ενώ παράλληλα «εξαφανίζει» την υπερασπιστική νομολογία, καθιστώντας τις νομικές βάσεις δεδομένων όργανα μονομερούς καταγραφής καταδικαστικών κρίσεων.

Στον αντίποδα αυτής της επιχειρηματολογίας, η παρέμβαση του Προέδρου Εφετών, Κωνσταντίνου Κουτσογεώργου, η οποία δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων και την οποία παραθέτουμε αυτούσια στη συνέχεια, εισάγει μια διαφορετική δικονομική και συνταγματική οπτική. Ο κ. Κουτσογεώργος αντιπαραθέτει ότι η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολόγηση που επιβάλλει το Σύνταγμα δεν αποτελεί μέρος της προφορικής απαγγελίας στο ακροατήριο, αλλά της μεταγενέστερης γραπτής σύνταξης, η οποία μπορεί να περιοριστεί οργανωτικά για λόγους ταχύτητας.

Το κεντρικό του επιχείρημα εστιάζει στο ότι η αθωότητα ενσωματώνεται στην προσωπικότητα του πολίτη μέσω του διατακτικού και μόνο. Υποστηρίζει, μάλιστα, ότι η υποχρεωτική αιτιολόγηση των αθωώσεων ενδέχεται να αποβεί εις βάρος του πολίτη, καθώς η έρευνα των «λόγων» απαλλαγής μπορεί να προκαλέσει υποκειμενικές ερμηνείες και προσβολή της προσωπικότητάς του. Καταλήγοντας, ο Πρόεδρος Εφετών προτάσσει την ανάγκη διαχείρισης του αυξημένου φόρτου εργασίας, θεωρώντας ότι η προτεραιότητα πρέπει να παραμείνει στην καθαρογραφή των αποφάσεων που χρήζουν εκτέλεσης ή δικαιοδοτικού ελέγχου, απορρίπτοντας την ανάγκη μεταβολής του ισχύοντος καθεστώτος.

Η διαφωνία αυτή, που αγγίζει τα όρια της φιλοσοφίας του δικαίου, αναμένεται να κυριαρχήσει στις εργασίες της επικείμενης Ολομέλειας.

Ακολουθεί αυτούσιο το άρθρο του Κωνσταντίνου Κουτσογεώργου, Προέδρου Εφετών:

ΚΑΘΑΡΟΓΡΑΦΗ  ΤΩΝ ΑΘΩΩΤΙΚΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ

Σύμφωνα με το άρθρο 93  «1. Τα δικαστήρια διακρίνονται σε διοικητικά, πολιτικά και ποινικά και οργανώνονται με ειδικούς νόμους  2. Οι συνεδριάσεις κάθε δικαστηρίου είναι δημόσιες, εκτός αν το δικαστήριο κρίνει με απόφασή του ότι η δημοσιότητα πρόκειται να είναι επιβλαβής στα χρηστά ήθη ή ότι συντρέχουν ειδικοί λόγοι προστασίας της ιδιωτικής ή οικογενειακής ζωής των διαδίκων. 3. Κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη και απαγγέλλεται σε δημόσια συνεδρίαση.» Σύμφωνα με το άρθρο 142 ΚΠΔ  «1….,2….,3…., 4. Οι αποφάσεις που αναβάλλουν τη δίκη κατά τα άρθρα 59,61, 349 ή 352, χωρίς να έχει προηγηθεί έρευνα αποδεικτικών μέσων, δεν είναι αναγκαίο να καθαρογράφονται κατά τις προηγούμενες παραγράφους. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη της Ολομέλειας του οικείου δικαστηρίου, μπορεί να καθορίζεται για ποιες επιπλέον αποφάσεις δεν είναι αναγκαία η καθαρογραφή. Σε κάθε περίπτωση καθαρογράφονται οι ερήμην καταδικαστικές αποφάσεις, οι προπαρασκευαστικές αποφάσεις με τις οποίες λύεται οριστικά ένα ζήτημα, καθώς και εκείνες στις οποίες έχει δηλωθεί παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας.». Σύμφωνα με το άρθρο 329 παρ. 1 ΚΠοινΔ «Η συζήτηση στο ακροατήριο, καθώς και η απαγγελία της απόφασης, γίνονται δημόσια σε όλα τα ποινικά δικαστήρια, και επιτρέπεται στον καθένα να παρακολουθεί ανεμπόδιστα τις συνεδριάσεις». Σύμφωνα με το άρθρο 331 ΚΠοινΔ «Η διαδικασία στο ακροατήριο γίνεται προφορικά. Για τη συζήτηση συντάσσονται πρακτικά και η απόφαση απαγγέλλεται προφορικά, και διατυπώνεται εγγράφως σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 140-144». Επίσης  σύμφωνα με το άρθρο 369 παρ. 1 ΚΠοινΔ «Οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων δημοσιεύονται σε δημόσια συνεδρίαση από εκείνον που διευθύνει τη συζήτηση μετά την περάτωσή της και πριν αρχίσει η συζήτηση της επόμενης υπόθεσης. Αν για ειδικούς λόγους επιβάλλεται να επιφυλαχθεί το δικαστήριο να εκδώσει την απόφασή του σε μεταγενέστερο χρόνο, αυτός που διευθύνει τη συζήτηση έχει την υποχρέωση να γνωστοποιεί την ώρα που θα δημοσιευθεί η απόφαση.» Από τις προαναφερόμενες διατάξεις του ΚΠΔ προκύπτει, ότι η μορφή της απόφασης του ποινικού δικαστηρίου  διακρίνεται μεταξύ αυτής  που απαγγέλλεται στο ακροατήριο κατά την ολοκλήρωση της προφορικής και κατά κανόνα δημόσιας διαδικασίας και της γραπτής, η οποία  συντάσσεται ακολούθως. Κατά την απαγγελία της αποφάσεως στο ακροατήριο, η προφορικότητα ως συστατικός  όρος της δημοσιότητας της ποινικής δίκης, καλύπτεται από  την αναφορά του διατακτικού της απόφασης που διαμορφώθηκε σύμφωνα με τα πορίσματα της μυστικής διάσκεψης  του δικαστηρίου. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολόγηση  δεν αποτελεί μέρος της προφορικής, δημόσια απαγγελόμενης απόφασης,  αλλά της  γραπτής μορφής της, που ακολουθεί, η οποία  συντάσσεται σε επόμενο χρονικό σημείο σύμφωνα με τα άρθρα 140 έως 144 ΚΠΔ. Επομένως,  ο διευθύνων τη συζήτηση δεν είναι υποχρεωμένος να απαγγείλει στο ακροατήριο κατά τη δημοσίευση της ποινικής απόφασης, καταδικαστικής ή αθωωτικής, και το αιτιολογικό αυτής, ούτε συνεπάγεται κάποια  ακυρότητα η έλλειψη  απαγγελίας οποιασδήποτε  μορφής αιτιολογικού. 

 Tο τεκμήριο αθωότητας λειτουργεί ως διαδικαστική εγγύηση καθώς  και ως δικονομικό δικαίωμα του κατηγορουμένου. Oι αρχές που διαμορφώνουν  το περιεχόμενό του,  είναι οι ακόλουθες : α) κανένας δεν κηρύσσεται   ένοχος, αν δεν έχει δικασθεί σύμφωνα με τον νόμο και ύστερα από μία νόμιμη διαδικασία, β) καμία ποινή ή άλλη ανάλογη κύρωση δεν επιβάλλεται εάν η ενοχή  δεν έχει απαγγελθεί σύμφωνα με τους τύπους που προβλέπει ο νόμος, γ ) η αμφιβολία είναι πάντοτε υπέρ του κατηγορουμένου, δ) επιβάλλεται να κλιμακώνεται η συγκέντρωση  των  υπονοιών και   ενδείξεων , όσο δυσμενέστερη καθίσταται η θέση του κατηγορουμένου και όσο βαρύτερο είναι το εφαρμοζόμενο εναντίον του  μέτρο δικονομικού καταναγκασμού, ε) κανένας δεν υποχρεούται να αποδείξει την αθωότητά του. Με την ανωτέρω έννοια,  το τεκμήριο αθωότητας ανατρέπεται κατά την αμετάκλητη διάγνωση της ενοχής του κατηγορουμένου προσώπου. Η αμετάκλητη απόφαση που κηρύσσει τον κατηγορούμενο αθώο, η ευρύτερα τον απαλλάσσει από την κατηγορία που του αποδόθηκε,  κατά το διαγνωστικό τμήμα αυτής ενσωματώνεται στην προσωπικότητα του αθωωθέντος. Η ενσωμάτωση αυτή  συντελείται ανεξαρτήτως της παράθεσης   αιτιολογίας στην απόφαση, της οποίας το διατακτικό  περιέχει την αρνητική διάγνωση της ενοχής στην οποία έχει καταλήξει το δικαιοδοτικό όργανο. Υπό τους όρους αυτούς η κανονιστικά παρεχόμενη προστασία της προσωπικότητας του προσώπου που απαλλάχθηκε, δεν επιβάλλει να  αιτιολογηθεί η αρνητική διάγνωση της ενοχής, διότι σε κάθε περίπτωση η  προσβολή εμφανίζεται  με κάθε μορφή   έκφρασης οποιασδήποτε υποψίας, αμφιβολίας η αμφισβήτησης, σε σχέση με την απαλλαγή, ανεξαρτήτως  του  λόγου της.  Επιπλέον όμως, η εξέταση της αιτιολογίας της αμετάκλητης απαλλακτικής απόφασης  ως αναγκαίως  συνεχόμενη μεταξύ άλλων και με την επιχειρούμενη εκτός της ποινικής  διαδικασίας  και συνακόλουθα υποκειμενική κατά κανόνα  διαμόρφωση και εφαρμογή διαφορετικών  κριτηρίων κατά την εκτίμηση της επάρκειας αυτής, είναι βέβαιο ότι  δεν αποτελεί το πλέον  αποτελεσματικό  μέσο προστασίας, αλλά δυνητικής κατά περίπτωση ευρείας προσβολής της προσωπικότητας  του προσώπου που απαλλάχθηκε. 

 Η ποινική δικαιοδοσία αποτελεί  ειδικότερο τμήμα της δικαιοδοσίας, η οποία αποδίδεται  οργανικά στα   ποινικά δικαστήρια και λειτουργικά καλύπτει την δίωξη των τελούμενων  αξιοποίνων πράξεων, την διάγνωση της ενοχής των προσώπων στα οποία αποδίδονται αυτές καθώς και την επιβολή ποινών ή την εφαρμογή άλλων μέτρων  στα πρόσωπα αυτά. Η εκπλήρωση των ανωτέρω λειτουργικών αναγκών κατά την εκδίκαση κάθε ποινικής υπόθεσης οριοθετεί μεταξύ άλλων και το περιεχόμενο της δικαιοπολιτικής εξήγησης των διαφόρων επιλογών οργανωτικής ρύθμισης της ποινικής δίκης. Η χρησιμοποίηση  της ποινικής δίκης και της απόφασης με την οποία περατώνεται αυτή για την επίτευξη διαφόρων άλλων  αποτελεσμάτων,  τα οποία  βρίσκονται εκτός των ανωτέρω  ορίων που θέτουν οι λειτουργικές ανάγκες της αποτελεί στρέβλωση και με την έννοια αποκλείεται να αποτελέσει τη ratio της επιλογής  οποιουδήποτε οργανωτικού κανόνα. 

Με την υπ’αριθμ  2273/21.7.2020  Απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης που εκδόθηκε κατά το άρθρο 142 παρ.4 ΚΠΔ σύμφωνα με  την υπ. αριθμ. 3/2020 ομόφωνη γνώμη της Ολομέλειας των Δικαστών του Εφετείου Αθηνών  ορίζεται ότι:

«Δεν είναι αναγκαία η καθαρογραφή των πρακτικών των ποινικών αποφάσεων οι οποίες :

1) Είναι αναβλητικές

2) Παύουν οριστικά την ποινική δίωξη λόγω θανάτου του κατηγορουμένου ή λόγω ανάκλησης της έγκλησης

3) Κηρύσσουν τη συζήτηση απαράδεκτη λόγω ελλείψεως κλητεύσεως κλητεύσεως του κατηγορουμένου

4)  Απορρίπτουν την έφεση ως ανυποστήρικτη κατ άρθρο 501

5) Εκδίδονται επί όλων των αιτήσεων αναστολής εκτέλεσης κατά τα άρθρα 497 471 Κ.Πολ.Δ. (Κ.Πολ.Δ. γράφει η Υ.Α. κατά λάθος, το σωστό είναι Κ.Ποιν.Δ.) συγχώνευσης ποινών, ανάκλησης λιπομαρτυρίας, συμπλήρωσης ή διόρθωσης απόφασης, χορήγησης άδειας ενόρκων, ανάκλησης λιπενορκίας κλπ).

6) Είναι ομόφωνα αθωωτικές, με εξαίρεση τα Μ.Ο.Ε., στις οποίες η ποινική δίωξη έχει ασκηθεί αυτεπαγγέλτως και δεν υπάρχει παθών ή δεν έχει υποστηριχθεί κατηγορία, πλην εάν διατάσσουν απόδοση κατασχεθέντων ή επικύρωση κατάσχεσης και δήμευση κατασχεθέντων.»

Σύμφωνα με την ανωτέρω απόφαση, η καθαρογραφή  εφαρμόζεται σε σχέση με  όλες τις αποφάσεις του Εφετείου που απαλλάσσουν τον κατηγορούμενο, εκτός από το ειδικότερα ως άνω περιγραφόμενο τμήμα αυτών. Επιπλέον είναι δεδομένο, ότι  η παραπάνω υπουργική  απόφαση δεν περιορίζει και κατά μείζονα λόγο δεν αναιρεί την  ισχύ του κανόνων που επιτρέπουν την άσκηση  του δικαιοδοτικού ελέγχου, την εκτέλεση νόμιμης  διόρθωσης, τη νόμιμη λήψη αντιγράφου των εγγράφων της ποινικής δικογραφίας,  καθώς και των ουσιαστικών και δικονομικών διατάξεων που ρυθμίζουν τις  σχέσεις αντικειμενικής αλληλεξάρτησης μεταξύ διαφόρων δικών,  εάν εφαρμογή του εξαρτάται από την καθαρογραφή  των παραπάνω απαλλακτικών αποφάσεων.   

Σε σχέση με την περιορισμένη έκταση των υπολοίπων απαλλακτικών αποφάσεων που καλύπτονται από την ισχύουσα και εφαρμοζόμενη εξαίρεση του κανόνα της καθαρογραφής, σύμφωνα με όσα παραπάνω εκτέθηκαν εκτιμάται, ότι δεν υφίσταται ανάγκη, εξαιτίας της οποίας θα  επιβαλλόταν να αποφασιστεί η εφαρμογή κάποιας  μεταβολής. Ειδικότερα, όπως παραπάνω  αναπτύχθηκε η ισχύς του τεκμηρίου αθωότητας και ευρύτερα  οι κανόνες προστασίας της προσώπου  που απαλλάχτηκε με αμετάκλητη απόφαση του ποινικού δικαστηρίου επιβάλλουν ως όριο και με την έννοια αυτή ως μέτρο της προσωπικότητας του αθωωθέντος την αρνητική διάγνωση  της ενοχής   αυτού. Κατά τον τρόπο αυτό οι παραπάνω κανόνες αποκλείουν την έρευνα και  αμφισβήτηση των λόγων που  προκάλεσαν την απαλλαγή. Οι κανόνες αυτοί, αποτελούν  ειδικότερες εκδηλώσεις της αρχής του Κράτους Δικαίου που με την εφαρμογή τους διαμορφώνουν τα αξιολογικά κριτήρια  και θέτουν τα κανονιστικά  όρια του επιχειρούμενου εκτός της οργανωμένης  δικαιοδοτικής λειτουργίας  ελέγχου των απαλλακτικών αποφάσεων, χωρίς η ισχύς των επιταγών τους να αναιρείται, εξαιτίας της  εμφάνισης κάθε μορφής  υπερβάσεων. Επομένως και σε κάθε περίπτωση που η επανάληψη των υπερβάσεων αυτών, επιβεβαιώνει, ότι  επικρατούσα είναι  μια διαρκώς αποκλίνουσα  εμπειρικά διαπιστώσιμη κατάσταση, αυτή  δεν αποτελεί  και λόγο μεταβολής του περιεχομένου των κανόνων που παραβιάζονται. 

Επιπλέον έχει  εκτεθεί παραπάνω, ότι κριτήριο επιλογής των κανόνων οργάνωσης της δικαιοδοτικής  λειτουργίας, αποκλείεται να αποτελέσει η περιστασιακή  χρησιμοποίηση  αυτής ως μέσου  για την επίτευξη διαφόρων άλλων αντανακλαστικών αποτελεσμάτων που προκαλούνται  εκτός των ορίων της. Κατά συνέπεια,  ούτε η υποθετική  χρησιμότητα  της δικαστικής απόφασης ως μέσου τεκμηρίωσης ή αναίρεσης  διαφόρων ισχυρισμών που  προβάλλονται και επιβάλλεται να ερευνώνται  σε  άλλες δίκες,  ούτε  η αορίστως υποτιθέμενη  ποσοτική επαύξηση ή ποιοτική βελτίωση των μελλοντικών απαλλακτικών δικαιοδοτικών κρίσεων αποτελούν αποτελέσματα, τα οποία με δεδομένη και την αβέβαιη επίτευξή τους, θα αρκούσαν,  ώστε να σταθμιστεί η  αναγκαιότητα και κατά μείζονα λόγο να αιτιολογηθεί η επιτακτικότητα της  εφαρμογής  ή μεταβολής  κάποιου συγκεκριμένου οργανωτικού μέτρου για να εκδηλωθεί με τη λήψη του μία οιονεί προληπτική λειτουργία.

Κατ΄ακολουθίαν όσων ανωτέρω έχουν εκτεθεί και με δεδομένο, ότι υπό τις υφιστάμενες συνθήκες και  υποχρεώσεις  απασχόλησης των  δικαστών και  των δικαστικών υπαλλήλων, παραμένει επιτακτική η ανάγκη της ταχύτερης  καθαρογραφής ενός αυξημένου αριθμού ήδη εκκρεμών αποφάσεων, επιβάλλεται η εξακολούθηση της καθαρογραφής ενός περιορισμένου τμήματος των  απαλλακτικών αποφάσεων, σύμφωνα με το περιεχόμενο  την υπ’αριθμ  2273/21.7.2020  Απόφασης του Υπουργού Δικαιοσύνης που εκδόθηκε κατά το άρθρο 142 παρ. 4 ΚΠΔ  μετά από  την υπ. αριθμ. 3/2020 ομόφωνη γνώμη της Ολομέλειας των Δικαστών του Εφετείου Αθηνών.  

Ακολουθήστε το dikastiko.gr στο Google News και δείτε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο dikastiko.gr