Βασίλης Αποστολόπουλος: Γενική Αβαρία – Διάσωση- Κανόνες YORK-ANTWERP ( Rule D)

H διαδικασία υπολογισμού των συνεισφορών από όλα τα συμφέροντα που υπάρχουν στο πλοίο ονομάζεται «διακανονισμός» (‘adjustment’) και συνήθως διεκπεραιώνεται από ανεξάρτητους επαγγελματίες διακανονιστές αβαριών ( ‘average adjusters’) που συνήθως διορίζονται από τον πλοιοκτήτη

NEWSROOM
Βασίλης Αποστολόπουλος: Γενική Αβαρία – Διάσωση- Κανόνες YORK-ANTWERP ( Rule D)

Η αναφορά στη σκόπιμη επίρριψη στη θάλασσα μέρους του φορτίου με σκοπό τη διάσωση του πλοίου και του φορτίου και τα ποσοστά αποζημίωσης που καταβάλουν αναλογικά οι διασωθείσες περιουσίες/διασωθέντα συμφέροντα (ενν. τα διασωθέντα επί του πλοίου εμπορεύματα και το πλοίο) έπειτα από την ηθελημένη θυσία του πλοίου ή μέρους του φορτίου ανατρέχει σε νόμο κράτους στο δίκαιο των Ροδίων Ναυτικών κατά τον 8ο π.Χ. αιώνα με τον όρο “γενική αβαρία” (“Lex Rhodia de lactu”).

Αργότερα αποτέλεσε μέρος του δικανικού συστήματος του Βυζαντικού κράτους εκ της Ιουστινιανής ‘Digesta’ ( ΤΙΤΛΟΣ ΙΙ. που αφορά το Δίκαιο των Ροδίων σχετικά με τη σκόπιμη επίρριψη του φορτίου – “The Rhodian Law of Jettison”, σύμφωνα με το οποίο “όταν μέρος του εμπορεύματος απορρίπτεται για το σκοπό της αποφόρτισης/ελάφρυνσης του πλοίου, ό,τι χάθηκε προς όφελος όλων πρέπει να αποκατασταθεί/καλυφθεί από τη συνεισφορά όλων”).

Η γενική αβαρία εξελίχθηκε στο πέρασμα του χρόνου, αφού εφαρμόζεται ακόμη στο σύγχρονο μεταφερόμενο δια της θαλάσσης εμπόριο, ενώ διατηρείται έως σήμερα αυτούσιος με τον όρο «Γενική Αβαρία» (General Average).

Άρα λοιπόν διαπιστώνεται πως όχι αδίκως, η υποχρέωση συμμετοχής σε έξοδα και ζημίες που προκλήθηκαν από την ηθελημένη επίρριψη/θυσία/απώλεια περιουσιών στη θάλασσα χάριν της κοινής σωτηρίας των υπολοίπων περιουσιών επί του πλοίου και του πλοίου σε στιγμές θαλάσσιου κινδύνου στο στάδιο του θαλάσσιου ταξιδιού, προϋπήρχε ιστορικά ως μορφή αμοιβαίας ασφάλισης αιώνες πριν την εμφάνιση/δημιουργία της σύγχρονης θαλάσσιας ασφάλισης από την εποχή της ελληνικής κλασικής αρχαιότητας, γνωστός με τον όρο «Γενική Αβαρία» που αποτελεί σήμερα, ως κύριος ασφαλιστικός κίνδυνος, το αντικείμενο σύνταξης διακανονισμού αβαριών από τους λεγόμενους διακανονιστές αβαριών ‘Average Adjusters’.

Είναι το δικαίωμα συνεισφοράς ανάμεσα στα διάφορα συμφέροντα στο κοινό θαλάσσιο ταξίδι/κοινή ναυτική περιπέτεια ( ενν. το πλοίο, τους ιδιοκτήτες του φορτίου και όποιον δικαιούται την πληρωμή του ναύλου).

Σκοπός της Γενικής Αβαρίας είναι o επιμερισμός του κόστους των θυσιών/εξόδων με δίκαιο τρόπο ανάμεσα σε όλα τα συμφέροντα στο θαλάσσιο ταξίδι/την κοινή ναυτική περιπέτεια.

Όπως αναφέραμε παραπάνω, η διαδικασία υπολογισμού των συνεισφορών από όλα τα συμφέροντα που υπάρχουν στο πλοίο ονομάζεται «διακανονισμός» (‘adjustment’) και συνήθως διεκπεραιώνεται από ανεξάρτητους επαγγελματίες διακανονιστές αβαριών ( ‘average adjusters’) που συνήθως διορίζονται από τον πλοιοκτήτη.

Προκύπτει μόνο όταν έχουν γίνει έκτακτες θυσίες ή όταν ένα μέρος/συμφέρον έχει υποβληθεί σε έκτακτες δαπάνες σε μια στιγμή κινδύνου για τη διάσωση των υπόλοιπων συμφερόντων/περιουσιών στην κοινή ναυτική περιπέτεια.

Ο πλοίαρχος επιβαρύνεται με την ευθύνη των αποφάσεων σχετικά με τις έκτακτες θυσίες ή τις δαπάνες που πρέπει να γίνουν για την κοινή σωτηρία ολόκληρης της ναυτικής περιπέτειας.

Παρότι η Γενική Αβαρία στα περισσότερα νομικά συστήματα εφαρμόζεται αυτοδίκαια, εντούτοις δεν είναι ασύνηθες για τον καπετάνιο να συμπεριλαμβάνει δήλωση Γενικής Αβαρίας στο ημερολόγιο του πλοίου μετά από ένα θαλάσσιο ατύχημα που θέτει σε κίνδυνο ολόκληρη την κοινή ναυτική περιπέτεια.

Όλα τα συμφέροντα στο θαλάσσιο ταξίδι αναλαμβάνουν αναλογικά το κόστος των θυσιών ή των δαπανών που έγιναν για την κοινή σωτηρία όλων των συμφερόντων/περιουσιών στην κοινή ναυτική περιπέτεια, συμπεριλαμβανομένου και του μέρους/συμφέροντος στο πλοίο που έκανε τη θυσία ή ανέλαβε τα έξοδα για τη διάσωση ολόκληρης της κοινής περιπέτειας.

Για να υπάρξει, ωστόσο, αίτημα γενικής αβαρίας θα πρέπει να υπάρχει και διάσωση. Επομένως, απαραίτητη προϋπόθεση για την ύπαρξη υποχρέωσης συνεισφοράς από όλα τα συμφέροντα στο πλοίο είναι η διάσωση του πλοίου και των φορτίων. Αν υπάρξει απώλεια του πλοίου και του φορτίου, δε γεννάται υποχρέωση συνεισφοράς στις έκτακτες θυσίες ή τις δαπάνες που έγιναν για την αποτυχημένη διάσωση της κοινής ναυτικής περιπέτειας.

Η Γενική Αβαρία αποτελεί μέρος του Ναυτικού Δικαίου κάθε κράτους με θαλάσσια δικαιοδοσία.

Αν και προβλέπεται απευθείας εκ του νόμου, ανεξάρτητα από το συμβόλαιο ή κάποιο γραπτό νομοθέτημα, στις περισσότερες περιπτώσεις, η Γενική Αβαρία διέπεται από τους όρους/ρητή πρόβλεψη-αναφορά που υπάρχει στις «Φορτωτικές» (‘Βills of Lading’) ή τα συμβόλαια μεταφοράς, τα οποία συνήθως ενσωματώνουν τους Κανόνες York-Antwerp. Στην Αγγλία, εφαρμόζονται δυνάμει της ρητής ενσωμάτωσής τους στο συμβόλαιο μεταφοράς.

Οι Κανόνες York-Antwerp είναι ένα σύνολο κανόνων που καθορίζουν τον τρόπο εφαρμογής της γενικής αβαρίας σε ειδικές συνθήκες. Αρχικά σχεδιάστηκαν το 1890 και εν συνεχεία επικαιροποιήθηκαν/τροποποιήθηκαν τα έτη 1924, 1950, 1974, 1990, 1994 και εν τέλει το 2004.

Οι Κανόνες York-Antwerp συνίστανται σε κανόνες που φέρουν ως αναγνωριστικά στοιχεία τα γράμματα A-G, τα οποία καθιερώνουν τις γενικές αρχές και σε αριθμημένους κανόνες I-XXII, που είναι πιο λεπτομερείς/αναλυτικοί και σε περίπτωση διαφωνίας υπερισχύουν έναντι των κανόνων που φέρουν ως αναγνωριστικά στοιχεία τα γράμματα. Οι Κανόνες York Antwerp υπερισχύουν κάθε αντίθετης διάταξης νόμου ή πρακτικής.

Σύμφωνα με τον Κανόνα Α (Rule Α) των Κανόνων York-Antwerp, αλλά και την Αγγλική νομοθεσία, Γενική Αβαρία υφίσταται όταν και μόνο όταν κάθε έκτακτη θυσία ή δαπάνη γίνεται εθελοντικά και με εύλογη κρίση τη στιγμή του κινδύνου για τον σκοπό της διάσωσης της περιουσίας που βρίσκεται σε κίνδυνο στην κοινή περιπέτεια.

Από τα παραπάνω διαφαίνεται ότι, για τον ορισμό της Γενικής Αβαρίας τέσσερα είναι τα στοιχεία κλειδιά που πρέπει να υπάρχουν την ίδια χρονική στιγμή, για να υπάρξει αίτημα γενικής αβαρίας.

Ειδικότερα, θα πρέπει να υπάρχει έκτακτη θυσία ή δαπάνη και όχι αναγκαία για την εκτέλεση του ναυλοσυμφώνου (ενν. συνήθεις δαπάνες που βαρύνουν τον πλοιοκτήτη κατά την εκτέλεση της σύμβασης θαλάσσιας μεταφοράς που δε λογίζονται ως πράξη γενικής αβαρίας). Θα πρέπει, επίσης, να είναι εθελοντική και όχι το αποτέλεσμα μιας τυχαίας ενέργειας και να γίνεται με εύλογη κρίση προς τον σκοπό που επιδιώκει να επιτύχει, σε ό,τι αφορά το ύψος της θυσίας ή της δαπάνης που γίνεται.

Περαιτέρω, απαιτείται η θυσία ή η δαπάνη να γίνονται σε στιγμές πραγματικού και όχι απαραίτητα άμεσου κινδύνου για ολόκληρη την κοινή ναυτική περιπέτεια, ήτοι το πλοίο, το φορτίο και τον μη κεκτημένο ναύλο.

Τέλος, η γενική αβαρία θα πρέπει να γίνεται για τον συγκεκριμένο σκοπό της κοινής σωτηρίας της περιουσίας που βρέθηκε σε κίνδυνο στην κοινή περιπέτεια σαν σύνολο (ενν. του πλοίου και των φορτίων) και όχι απλά για τη διάσωση μέρους της περιουσίας (ενν. του πλοίου ή των φορτίων).

Αν η ζημία που προκάλεσε την γενική αβαρία δεν ικανοποιεί τα παραπάνω κριτήρια, τα διακινδυνεύοντα μέρη/συμφέροντα στερούνται του δικαιώματος συνεισφοράς, για τη ζημίες που υπέστησαν ή τις δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκαν, από τα υπόλοιπα συμφέροντα/διασωθείσες περιουσίες στην κοινή ναυτική περιπέτεια.

Σύμφωνα με το Αγγλικό Κοινό Δίκαιο τα δικαιώματα στη Γενική Αβαρία ρυθμίζονται από τους νόμους του τόπου που βρίσκεται το λιμάνι εκφόρτωσης. Επίσης, στο λιμάνι εκφόρτωσης, στο οποίο η κοινή ναυτική περιπέτεια περατώνεται, οι διασωθείσες περιουσίες/συμφέροντα συνεισφέρουν για την αποκατάσταση της θυσίας ή της δαπάνης που έγινε για τη διάσωση της κοινής ναυτικής περιπέτειας.

Σύμφωνα με το YAR Rule D (των Κανόνων York-Antwerp), «τα δικαιώματα στη συνεισφορά στη γενική αβαρία δεν επηρεάζονται, ακόμη και αν το συμβάν που οδήγησε στην πράξη της γενικής αβαρίας προκλήθηκε με υπαιτιότητα/από σφάλμα ενός εκ των μερών στην κοινή ναυτική περιπέτεια, μετ’ επιφυλάξεως οποιωνδήποτε άλλων δικαιωμάτων, έννομου βοηθήματος ή μέσου άμυνας που δύναται να ασκηθεί υπέρ ή εναντίον αυτού του μέρους σε σχέση με το συγκεκριμένο σφάλμα.» Συνεπώς, καθοριστικής σημασίας για τη Γενική Αβαρία είναι το γεγονός ότι λειτουργεί ανεξάρτητα από την αιτία που οδήγησε στην έκτακτη θυσία ή δαπάνη.

Σε αυτό το πλαίσιο, αν η ζημία που δημιούργησε τη γενική αβαρία ήταν το αποτέλεσμα ενός  αναξιόπλοου πλοίου κατά την έναρξη του πλου, αυτό προφανώς συνιστά αθέτηση εκ μέρους του πλοιοκτήτη της υποχρέωσής του πριν και κατά την έναρξη του πλου να επιδείξει την προσήκουσα επιμέλεια προκειμένου να έχει το πλοίο κατάλληλο για θαλασσοπλοϊα που απορρέει από τη σύμβαση θαλάσσιας μεταφοράς που περιέχεται ή της οποίας αποτελεί αποδεικτικό στοιχείο η φορτωτική.

Ωστόσο, αυτό δεν αναιρεί/μειώνει την ανάγκη λήψης έκτακτων μέτρων, αναφορικά με τη συνεισφορά των συμφερόντων που διασώθηκαν ανάλογα με την αξία τους. Σύμφωνα με το YAR Rule D (των Κανόνων York-Antwerp), η φιλοσοφία της Γενικής Αβαρίας είναι ότι, τέτοια μέτρα θα πρέπει να λαμβάνονται άμεσα μετά την ζημία που προκάλεσε τη γενική αβαρία, ενώ τα σχετικά ζητήματα ευθύνης θα πρέπει να εξετάζονται μετά.

Από την άλλη πλευρά, έχει κριθεί από την Αγγλική νομολογία και πιο συγκεκριμένα την υπόθεση ‘Goulandris Bros v. Goldman [1957] 2 Lloyd’s Rep 207 πως όταν η ανάγκη έκτακτης θυσίας ή δαπανών ήταν το αποτέλεσμα του αγώγιμου και ζημιογόνου σφάλματος του πλοιοκτήτη όπως, για παράδειγμα, η αποτυχία του πριν και κατά την έναρξη του πλου να επιδείξει την προσήκουσα επιμέλεια προκειμένου να έχει το πλοίο κατάλληλο για θαλασσοπλοϊα σύμφωνα με το Άρθρο ΙΙΙ κανόνας 1 των Κανόνων Χάγης-Βίσμπυ, στην περίπτωση που εφαρμόζονται οι διατάξεις αυτής της Σύμβασης για οποιαδήποτε φορτωτική που αφορά τη μεταφορά εμπορευμάτων μεταξύ λιμένων σε δύο διαφορετικά κράτη, δυνάμει του Άρθρου X, ο πλοιοκτήτης δύναται να συλλέξει την αναλογία των συμφερόντων του φορτίου που διασώθηκε, μόνο αν αποδείξει ότι το πλοίο ήταν αξιόπλοο κατά τη έναρξη του ταξιδιού.

Διευκρινίζεται, τέλος, ότι, οποιαδήποτε απόπειρα του μεταφορέα να συμπεριλάβει όρο ή συμφωνία στο συμβόλαιο μεταφοράς με σκοπό τη δυνατότητα συλλογής συνεισφοράς από τις διασωθείσες περιουσίες στο πλοίο παρά το αγώγιμο και ζημιογόνο σφάλμα του παραβαίνει τις σχετικές διατάξεις του Άρθρου ΙΙΙ κανόνας 8 των Κανόνων Χάγης-Βίσμπυ και ως εκ τούτου καθίσταται άκυρη, ανυπόστατη και ανενεργός.

Ο Βασίλης Αποστολόπουλος είναι Δικηγόρος( LL.M.)

Ακολουθήστε το dikastiko.gr στο Google News και δείτε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο dikastiko.gr

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ