Σάββατο 15 Μαϊου 2021

ΑΠ: Αβάσιμη η αναίρεση του ισοβίτη δολοφόνου του ψυχιάτρου στη Θεσσαλονίκη

NEWSROOM icon
NEWSROOM
ΑΠ: Αβάσιμη η αναίρεση του ισοβίτη δολοφόνου του ψυχιάτρου στη Θεσσαλονίκη

Δεν επηρεάζονται με οποιονδήποτε τρόπο  τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου από την ύπαρξη στη δικογραφία των ένορκων και ανώμοτων καταθέσεων που είχε δώσει ως ύποπτος, πριν αυτός αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, αλλά και η παράλειψη περιορισμού αυτών στο αρχείο της Εισαγγελίας, και δεν επάγεται ακυρότητα από την οποία να θεμελιώνεται λόγος αναίρεσης.

Με το σκεπτικό αυτό ο Άρειος Πάγος (Ζ΄ ποινικό τμήμα) απέρριψε ως αβάσιμη την αναίρεση 37χρονου ισοβίτη, ο οποίος είχε δολοφονήσει το 2010 τον 48χρονο ψυχίατρο στη Θεσσαλονίκη, πατέρα ενός ανήλικου παιδιού, Ο ισοβίτης προσέφυγε στο ανώτατο δικαστήριο της χώρας  γιατί στη σχηματισθείσα σε βάρος του δικογραφία περιείχε τις ένορκες καταθέσεις που είχε δώσει κατά τη διάρκεια της προανάκρισης ως μάρτυρας, ενώ στη συνέχεια μεταράπηκε σε κατηγορούμενο.

Το άγριο έγκλημα είχε συγκλονίσει τη συμπρωτεύουσα πριν από δέκα χρόνια καθώς το θύμα είχε βρεθεί άγρια δολοφονημένο στις 14 Δεκεμβρίου 2010 στη συμβολή των οδών Στρωμνίτσης και Α. Κοραή στη Θεσσαλονίκη. Συνεργός στο έγκλημα η Κουβανή πρώην σύζυγο του θύματος και μητέρα του παιδιού του με την οποία ο δράστης επρόκειτο να παντρευτεί. Οι διωκτικές αρχές έφτασαν τότε  στην εξιχνίαση του εγκλήματος έπειτα από ενδελεχή έρευνα συλλαμβάνοντας τους δυο εραστές για ανθρωποκτονία από πρόθεση και ληστεία.Όπως προέκυψε κατά την προανάκριση, δράστες και θύμα είχαν δώσει ραντεβού στο σημείο που βρέθηκε τελικά νεκρός ο 48χρονος, προκειμένου να προχωρήσουν στην επίλυση προσωπικών-οικογενειακών τους ζητημάτων. Ακολούθησε διαπληκτισμός, κατά τη διάρκεια του οποίου ο 27χρονος κατάφερε πολλαπλά θανάσιμα τραύματα με μαχαίρι στον άτυχο άντρα. Στη συνέχεια η πρώην σύζυγός του, αφαίρεσε και απενεργοποίησε το κινητό τηλέφωνο του ψυχιάτρου, πήρε το πορτοφόλι του και απομακρύνθηκε πεζή. Οι δυο δράστες ακολούθως πέταξαν τα προσωπικά αντικείμενα του θύματος καθώς και το φονικό όπλο σε θαμνώδη περιοχή.

Συνεκτιμήθηκε η απολογία του

Ειδικότερα, ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του απαραδέκτως τις δοθείσες στην προδικασία καταθέσεις του, γεγονός που προκύπτει από την ακόλουθη, επί λέξει, αναφορά στο σκεπτικό της: “καθόσον αφορά στις ειδικότερες συνθήκες τέλεσης των εγκληματικών ενεργειών των κατηγορουμένων, οι απολογίες τους στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, στο παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αλλά και στα στάδια της προδικασίας περιέχουν πλήρεις αντιφάσεις, όμως και οι δύο ομολογούν πάντα τη συμμετοχή τους στο έγκλημα”. Ανεξαρτήτως του ότι η αναφορά στο σκεπτικό στις δοθείσες στην προδικασία και μη αναγνωσθείσες απολογίες του κατηγορουμένου έγινε διηγηματικά και η διαμορφωθείσα τελική κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου δεν στηρίζεται αποκλειστικά σε αυτές, αφού μνημονεύονται, τόσο η απολογία του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου της ουσίας, η οποία συνεκτιμήθηκε παραδεκτώς και λήφθηκε υπόψη μετά από ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, όσο και η απολογία του ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, όπου ομολογήθηκαν οι ένδικες αξιόποινες πράξεις, ενώ προβάλλονται και καταθέσεις μαρτύρων, από την επισκόπηση των δοθεισών στην προδικασία καταθέσεων του τότε κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, ήτοι της από 21-12-2010 έκθεσης εξέτασής του ως κατηγορουμένου ενώπιον του Ανθυπαστυνόμου Ε. Ρ., της από 22-10-2010 έκθεσης εξέτασής του ως κατηγορουμένου ενώπιον του Υ/Α Α. Μ., της από 22-12-2010 συμπληρωματικής έκθεσης εξέτασής του ως κατηγορουμένου ενώπιον του Υ/Α Α. Μ., της από 22-12-2010 β’ συμπληρωματικής έκθεσης εξέτασής του ως κατηγορουμένου ενώπιον του Υ/Α Α. Μ. και της από 24-12-2010 απολογίας του ενώπιον της Ανακρίτριας του 5ου Ειδικού Τμήματος, Ναρκωτικών, Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και τη σύγκριση αυτών με τις επ’ ακροατηρίω απολογίες του, ενώπιον αμφοτέρων των Δικαστηρίων της ουσίας, δεν διαπιστώνεται, ότι περιλήφθηκαν σ’ εκείνες δυσμενέστερα γι’ αυτόν στοιχεία από εκείνα που διαλήφθηκαν στις επ’ ακροατηρίω δοθείσες καταθέσεις και, κατά συνέπεια, ουδόλως προσβλήθηκαν τα υπερασπιστικά του δικαιώματα. Επομένως, είναι αβάσιμη, τόσο η παραπάνω αιτίαση του αναιρεσείοντος, όσο και η ακολουθούσα, κατά την οποία το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας συνεκτίμησε, για να σχηματίσει την καταδικαστική του κρίση, μεταξύ άλλων, δύο ένορκες καταθέσεις, που έδωσε αυτός στο στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης, πριν αποδοθεί σ’ αυτόν η ιδιότητα του κατηγορουμένου. Και τούτο, διότι δεν αναφέρονται αυτές στο σκεπτικό ούτε παρατίθενται επιβαρυντικά γι’ αυτόν στοιχεία περιεχόμενα σ’ αυτές, ώστε από την ύπαρξή τους να παραβιάζεται το δικαίωμά του για μη αυτοενοχοποίηση. Σημειωτέον, ότι ο αναιρεσείων δεν προέβαλε οποιαδήποτε αιτίαση για παραβίαση των απορρεόντων από τα άρθρα 102-104 ΚΠοινΔ δικαιωμάτων του στο στάδιο της προανακριτικής του απολογίας. Σημειωτέον, ότι η ύπαρξη στη σχηματισθείσα δικογραφία ένορκων και ανώμοτων καταθέσεων του υπόπτου, πριν αυτός αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, και η παράλειψη περιορισμού αυτών στο αρχείο της Εισαγγελίας, δεν επηρεάζει κατά οποιονδήποτε τρόπο την άσκηση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και δεν επάγεται ακυρότητα θεμελιώνουσα λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ ΚΠοινΔ.Δείτε αναλυτικά την απόφαση στο (areiospagos.gr).

Το ιστορικό

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προμνημονευόμενης προσβαλλόμενης απόφασής του, με αριθμό 224-225/2018, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ’ είδος σ’ αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: “Η δεύτερη κατηγορουμένη (I. S.), η οποία κατάγεται από την …., την 27.2.2004 συνήψε νόμιμο γάμο με τον Κ. Ζ., Νευρολόγο – Ψυχίατρο στο επάγγελμα και από το γάμο τους αυτόν απέκτησαν ένα παιδί, το Γ., ηλικίας επτά ετών. Από την έναρξη του οικογενειακού βίου οι σχέσεις των δύο συζύγων δεν ήταν αρμονικές με αποτέλεσμα τη λύση του γάμου τους μετά από ένα έτος περίπου. Μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης, την επιμέλεια του ανήλικου γιου τους ανέλαβε η κατηγορουμένη μητέρα του, στο πλαίσιο δε της μεταξύ τους συμφωνίας ο Κ. Ζ. ανέλαβε εξολοκλήρου τις δαπάνες διαβίωσης, ανατροφής και εκπαίδευσης του ανηλίκου. Ο Κ. Ζ., έχοντας ένα αίσθημα ευθύνης για την τύχη της συζύγου του, λόγω του ότι η τελευταία μετά το γάμο τους εγκατέλειψε την πατρίδα της (…), συνήθιζε να της δίνει χρήματα και για τη δική της διατροφή και γενικά να μεριμνά για τα έξοδα και τις δαπάνες της, ακόμα και του ενοικίου της. Ωστόσο, η κατηγορουμένη δε μπορούσε να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις μιας μονογονεϊκής οικογένειας, γι’ αυτό και παρέδωσε την επιμέλεια του ανήλικου στον πατέρα του, ο οποίος την ασκούσε πλέον τα δύο τελευταία χρόνια. Στο διάστημα αυτό η κατηγορουμένη επικοινωνούσε με το τέκνο της, όχι σε συχνή βάση και τούτο σε καμία περίπτωση επειδή δεν της το επέτρεπε ο πρώην σύζυγος της, όπως η ίδια αβάσιμα ισχυρίζεται. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι ο Κ. Ζ. επιθυμούσε την επικοινωνία της μητέρας με το παιδί της και είχε, λόγω και του επαγγέλματος του, την αντίστοιχη μόρφωση και κουλτούρα για να αντιληφθεί την αναγκαιότητα σύσφιξης του δεσμού μάνας και τέκνου. Στο ίδιο χρονικό διάστημα η κατηγορουμένη αποσπούσε κατά καιρούς χρήματα από τον Κ. Ζ. για τις δικές της ανάγκες, πλην όμως η κατάσταση αυτή άρχισε να διαφοροποιείται όταν πλησίασε η λήξη της άδειας διαμονής της κατηγορουμένης στην Ελλάδα (Μάρτιος 2009). Τότε ο Κ. Ζ. εξεδήλωσε την επιθυμία να αναχωρήσει η κατηγορουμένη στην ….. και μάλιστα για το σκοπό αυτό την προμήθευσε με εισιτήρια, όμως η στάση του αυτή εξόργισε την κατηγορουμένη, η οποία στο μεταξύ από τις αρχές του έτους 2008 είχε συνάψει ερωτικό δεσμό με τον πρώτο κατηγορούμενο και διέμενε με αυτόν σε διαμέρισμα επί της οδού …, στην περιοχή …. Η δυσμενής ψυχική διάθεση της κατηγορουμένης έναντι του πρώην συζύγου της απέληξε σε μίσος και σε επιθυμία της φυσικής του εξόντωσης, γεγονός που αν συνέβαινε θα εξασφάλιζε τη νόμιμη και μόνιμη διαμονή της στην Ελλάδα με την ταυτόχρονη απόλαυση της περιουσίας του, αφού η ίδια θα διαχειριζόταν την κληρονομιαία περιουσία του ανήλικου τέκνου της, του οποίου την επιμέλεια θα ασκούσε έτσι αποκλειστικά εκείνη. Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε οποιαδήποτε κακή συμπεριφορά του Κ. Ζ. έναντι της κατηγορουμένης, ούτε κακοποίηση της ούτε, έστω, λεκτικές επιθέσεις απέναντι της. Αρκετοί μάρτυρες, γνώστες από ετών του χαρακτήρα του, κατέθεσαν για ένα άνθρωπο πράο και ήρεμο, με τον οποίο δύσκολα κάποιος θα μπορούσε να μαλώσει. Αποδείχθηκε, επίσης, ότι ο πρώτος κατηγορούμενος (Θ. Σ.), ο οποίος είναι χειριστής βαρέων μηχανημάτων στο επάγγελμα, από τις αρχές του έτους 2008 συνήψε ερωτική σχέση με την I. S., για την οποία ένοιωθε έντονο ερωτικό πάθος. Το πάθος αυτός του Θ. Σ. σε συνδυασμό με το δημιουργηθέν μίσος της I. S. κατά του Κ. Ζ. αποτέλεσαν το πρόσφορο έδαφος για να δημιουργηθεί, καλλιεργηθεί και αναπτυχθεί στο μυαλό της I. S. η εγκληματική ιδέα της δια δολοφονίας φυσικής εξόντωσης του πρώην συζύγου της και της εντεύθεν απαλλαγής της από την παρουσία του, στην οποία προσέκρουαν τα υλικά της συμφέροντα. Την εγκληματική αυτή ιδέα εύκολα μετέδωσε και στο Θ. Σ., λόγω του έντονου ερωτικού πάθους του γι’ αυτήν, που τον κατείχε, όπως προαναφέρθηκε. Έκτοτε και ιδίως από τις αρχές Δεκεμβρίου του 2010 οι κατηγορούμενοι επιδίδονταν με μεγάλο ζήλο και χωρίς στοιχειώδη ηθικό ενδοιασμό στην εκπόνηση εγκληματικού σχεδίου δολοφονίας του Κ. Ζ., συζητώντας για τον τρόπο, τόπο και χρόνο αυτής και ανταλλάσσοντας αμοιβαίες σκέψεις με σκοπό να εμφανιστεί ο θάνατος αυτού ως εγκληματική ενέργεια τρίτων (αγνώστων) προσώπων, διαφεύγοντας έτσι τον κίνδυνο των διωκτικών αρχών. Στο πλαίσιο του σχεδίου αυτού η I. S. διέδωσε ότι σκόπευε να φύγει μόνιμα στην …. δημιουργώντας έτσι στον Κ. Ζ. την πεποίθηση ότι πράγματι αυτή έφυγε μόνιμα στην πατρίδα της. Ακολούθως, το πρωί της 14.12.2010, επισκέφθηκε το σπίτι της φίλης της Α. Μ. και αφαίρεσε από μία συρταριέρα της κρεβατοκάμαρας ένα μαχαίρι, μήκους 30 εκατοστών με ξύλινη λαβή, βάσει δε κοινού σχεδίου τους οι κατηγορούμενοι επιβιβάστηκαν στο αυτοκίνητο του πρώτου με κατεύθυνση το ιατρείο του Κ. Ζ. επί της οδού … προκειμένου να θέσουν σε εφαρμογή το σχέδιο εξόντωσης του. Εκεί κοντά στο ιατρείο η I. S. περίμενε τον Κ. Ζ., με τον οποίο στη συνέχεια μπήκαν στο αυτοκίνητο του με πρόσχημα ότι ήθελε δήθεν να συζητήσουν τα θέματα επικοινωνίας της με το τέκνο τους. Καθ’ υπόδειξη της κατευθύνθηκαν στο πλέον κατάλληλο και επιλεχθέν μέρος δολοφονίας στη συμβολή των οδών … και Α. Κ., στην περιοχή …, όπου στάθμευσαν περί ώρα 20.30′. Κατά το σχέδιο των κατηγορουμένων ο πρώτος από αυτούς, ο οποίος τους είχε παρακολουθήσει με το δικό του αυτοκίνητο, στάθμευσε και αυτός κάπου κοντά στο ίδιο σημείο, στήνοντας ενέδρα και παρακολουθούσε το σταθμευμένο αυτοκίνητο του θύματος. Κάποια στιγμή και ενώ η συζήτηση των Κ. Ζ. και I. S. κατέληξε σε διαπληκτισμό, ο Θ. Σ. εμφανίστηκε κατά τρόπο αιφνίδιο, φορώντας χακί κουκούλα τύπου full face και γάντια μοτοσυκλετιστή και, αφού εισήλθε στο αυτοκίνητο από την πίσω πόρτα του οδηγού, επιτέθηκε ακαριαία εναντίον του Κ. Ζ. με μαχαίρι, το οποίο έφερε μαζί του για το δολοφονικό σκοπό του, καταφέρνοντας του πολλαπλά χτυπήματα στην τραχηλική και αυχενική χώρα τραυματίζοντας τον βαρύτατα. Κατά τη διάρκεια των εν λόγω χτυπημάτων η I. S., ευρισκόμενη στη θέση του συνοδηγού και κρατώντας και η ίδια μαχαίρι, συνέδραμε το Θ. Σ. στον ανθρωποκτόνο σκοπό του με το να συγκρατεί το θύμα να αντιδράσει ή να επιχειρήσει να διαφύγει. Ας σημειωθεί ότι, καθόσον αφορά στις ειδικότερες συνθήκες τέλεσης των εγκληματικών ενεργειών των κατηγορουμένων, οι απολογίες τους στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, στο παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αλλά και κατά τα στάδια της προδικασίας περιέχουν πλήρεις αντιφάσεις, όμως και οι δύο ομολογούν πάντα τη συμμετοχή τους στο έγκλημα. Το παρόν Δικαστήριο, εκτιμώντας, πλην όλων των αποδεικτικών στοιχείων και τα κίνητρα των κατηγορουμένων στη διαφοροποίηση των καταθέσεων τους, κρίνει ότι η δολοφονική επίθεση κατά του Κ. Ζ. έγινε από τους κατηγορουμένους με τον τρόπο που πιο πάνω περιγράφηκε. Στη συνέχεια, ο Κ. Ζ., αν και βαρύτατα τραυματισμένος, επιχείρησε να βγει από το αυτοκίνητο, οπότε ο Θ. Σ. του κατάφερε ακόμη ένα χτύπημα με μαχαίρι, δεκατέσσερα (14) συνολικά και απομακρύνθηκε με κατεύθυνση προς ανατολικά, το δε θύμα έπεσε αιμόφυρτο στο οδόστρωμα μπροστά από το αυτοκίνητο του. Τότε η I. S., εφαρμόζοντας το προμελετημένο σχέδιο για δημιουργία σεναρίου ληστείας του θύματος των, παρέμεινε για λίγο στον τόπο του εγκλήματος και αφαίρεσε τη συσκευή του κινητού τηλεφώνου και το πορτοφόλι του, που περιείχε το ποσό των 400 ευρώ. Όμως, εκείνη ακριβώς τη στιγμή εμφανίστηκε ο περαστικός Ν. Κ. και τα σχέδια των κατηγορουμένων ανατράπηκαν. Συγκεκριμένα, ο μάρτυρας αυτός, ο οποίος κατέθεσε μόνο στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κάνει λόγο για την ταραχή της κατηγορουμένης όταν αντιλήφθηκε την παρουσία του, στη συνέχεια δε άρχισε να απομακρύνεται τρέχοντας επί της οδού …. Αργότερα, οι δύο κατηγορούμενοι συναντήθηκαν στην περιοχή Μαρτίου και με το αυτοκίνητο του Θ. Σ. μετέβησαν στην οικία τους, όπου άλλαξαν ρούχα και περί ώρα 23.00′ επισκέφθηκαν το κατάστημα video club με το διακριτικό τίτλο “…”, στην περιοχή …, προκειμένου να δημιουργήσουν άλλοθι, ενώ έκαψαν με βενζίνη όλα τα ματωμένα ρούχα τους σε ημιτελή αποθήκη, ιδιοκτησίας του εργοδότη του Θ. Σ., στην περιοχή του …. Επίσης, στην περιοχή “…”, στο εμπορικό κέντρο “……”, πέταξαν όλα τα αντικείμενα και πειστήρια του εγκλήματος, δηλαδή τις συσκευές των κινητών τηλεφώνων τους και του δολοφονηθέντος, τα γάντια και την κουκούλα του Θ. Σ., καθώς και το μαχαίρι της δολοφονίας, τα οποία ανευρέθηκαν αργότερα από τις διωκτικές αρχές, κατόπιν υπόδειξης της I. S.. Περαιτέρω, σε έρευνα του υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας …89 ΙΧΕ αυτοκινήτου του Θ. Σ. βρέθηκαν και κατασχέθηκαν ένα κυνηγετικό μαχαίρι με καφέ λαβή, συνολικού μήκους 26 εκατοστών και μήκους λάμας 16 εκατοστών, ένα κυνηγετικό μαχαίρι με μαύρη λαβή, συνολικού μήκους 26 εκατοστών και μήκους λάμας 15 εκατοστών και ένας σουγιάς με καφέ ασημί λαβή συνολικού μήκους 23 εκατοστών με δύο λάμες 11,5 εκατοστών η καθεμία. Σχετικώς με το θύμα Κ. Ζ., που αφέθηκε αιμόφυρτος στο τόπο του εγκλήματος, από το μάρτυρα Ν. Κ. κλήθηκε το ΕΚΑΒ, πλήρωμα του οποίου προσήλθε στο χώρο και έγινε προσπάθεια ανάνηψης με απινιδωτή, η οποία όμως απέβη άκαρπη, δεδομένου ότι ο Κ. Ζ. ήταν ήδη νεκρός συνεπεία των πληγμάτων, που του κατάφεραν οι κατηγορούμενοι, με αιτία θανάτου τη μεγάλη αιμορραγία από πολλαπλά τραύματα κεφαλής, αυχένος και τραχήλου με διατομή των αγγείων της περιοχής. Κατόπιν όλων των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών συντρέχουν τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία, που συγκροτούν το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, που αποδίδεται στον πρώτο κατηγορούμενο, για το οποίο (έγκλημα), ως εκ τούτου, πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος και το έγκλημα της άμεσης συνέργειας σε ανθρωποκτονία, όπως μεταβλήθηκε πρωτοδίκως η αρχική σε βάρος της δεύτερης κατηγορουμένης κατηγορία της ηθικής αυτουργίας σε ανθρωποκτονία, για το οποίο (έγκλημα), ως εκ τούτου, πρέπει αυτή να κηρυχθεί ένοχη. Περίπτωση τέλεσης του εγκλήματος, για το οποίο κηρύσσεται ένοχη η I. S., σε βρασμό ψυχικής ορμής δε συντρέχει, όπως η ίδια διατείνεται με αυτοτελή ισχυρισμό της, αφενός διότι η ίδια δεν υπήρξε αυτουργός της ανθρωποκτονίας και αφετέρου διότι, όπως προαναφέρθηκε, η δολοφονία του Κ. Ζ. αποφασίστηκε και σχεδιάστηκε από τους κατηγορουμένους προ πολλού καιρού, δηλαδή προδήλως σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, με συνέπεια να μη τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 299 παρ. 2 του ΠΚ. Τέλος, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι και για τις αξιόποινες πράξεις ο πρώτος της οπλοκατοχής (ανευρεθέντα μαχαίρια και σουγιάς στο αυτοκίνητο του) και της οπλοχρησίας (χρήση μαχαιριού κατά την τέλεση της ανθρωποκτονίας) και η δεύτερη της κλοπής (αφαίρεση μαχαιριού από την κατοχή της Α. Μ.)”.

Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τους τότε κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες ενόχους, τον μεν πρώτο από αυτούς (Θ. Σ. του Ι.), για τις πράξεις: i) της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, ιι) της παράνομης οπλοκατοχής μαχαιριών και ιιι) της παράνομης οπλοχρησίας, τη δε δεύτερη από αυτούς (Y. (ον.) I. S. (επ.) του O.), για τις πράξεις: i) της άμεσης συνέργειας στην πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση και ii) της κλοπής κατ’ εξακολούθηση και στη συνέχεια, επέβαλε στο μεν πρώτο από αυτούς την ποινή της ισόβιας κάθειρξης για την πράξη της ανθρωποκτονίας και συνολική ποινή φυλάκισης δύο ετών και έξι μηνών για τις λοιπές πράξεις, της οπλοκατοχής και της οπλοχρησίας, κατά τις εκεί διακρίσεις, τη δε δεύτερη από αυτούς, την ποινή της ισόβιας κάθειρξης για την πράξη της άμεσης συνέργειας σε ανθρωποκτονία και την ποινή της φυλάκισης των δύο ετών για την πράξη της κλοπής κατ’ εξακολούθηση.

Ακολουθήστε το dikastiko.gr στο Google News και δείτε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο dikastiko.gr

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ