Σάββατο 28 Μαϊου 2022

Χρήστος Θεοδωρόπουλος: Το αδίκημα της μη καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το δημόσιο υπό το πρίσμα της νεοπαγούς διάταξης ΠΚ 469

NEWSROOM icon
NEWSROOM
Χρήστος Θεοδωρόπουλος: Το αδίκημα της μη καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το δημόσιο υπό το πρίσμα της νεοπαγούς διάταξης ΠΚ 469

Του Χρήστου Ι. Θεοδωρόπουλου*

Με την θέση σε ισχύ του νέου Ποινικού Κώδικα (Ν.4619/2019), το άρθρο 2 αυτού ορίζει ότι εφαρμόζεται η επιεικέστερη για τον κατηγορούμενο διάταξη και όχι ο επιεικέστερος Νόμος ως ενιαίο «όλον». Αυτονοήτως, δε, ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο είναι ο μεταγενέστερος της τέλεσης της πράξης Νόμος, ο οποίος καθιστά την πράξη ανέγκλητη. Τούτο αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον στο αδίκημα της μη καταβολής βεβαιωμένων οφειλών προς το Δημόσιο, που τυποποιείται στο άρθρο 25, παρ.1 Ν.1882/1990, ως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 23 Ν.2523/1997, συμπληρώθηκε με το άρθρο 34 Ν.3016/2002  και αντικαταστάθηκε –διαδοχικά- από το άρθρο 34, παρ.1 Ν.3220/2004, από το άρθρο 3 Ν.3943/2011, το άρθρο 20 Ν.4321/2015 και το άρθρο 8 Ν.4337/2015 (με το οποίο τα όρια του αξιοποίνου αυξήθηκαν από 50.000€ σε 100.000€ και από 150.000€ σε 200.000€ αντίστοιχα). Και αυτό διότι, με τη διάταξη του -ισχύοντος από 1/7/2019- άρθρου 469 του ΠΚ, προστέθηκε μετά το εδάφιο β’ του άρθρου 25, παρ.1 Ν.1882/1990 ως τροποποιημένου –κατά τα ανωτέρω- ισχύει, τέτοιο, δυνάμει του οποίου στον συντασσόμενο από την οικεία Δ.Ο.Υ. Πίνακα Χρεών δεν συμπεριλαμβάνονται και δεν συνυπολογίζονται για τον προσδιορισμό της ευθύνης του προσώπου –μεταξύ άλλων και- τα χρέη από τα αδικήματα που τυποποιούνται στο άρθρο 66 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Ν.4174/2013), μαζί με τις σχετικές με αυτά προσαυξήσεις, τόκους και λοιπές επιβαρύνσεις. Με δεδομένο, δε, ότι πάμπολλες περιπτώσεις αδικημάτων μη καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο περιέχουν στους οικείους Πίνακες Χρεών οφειλές που τυποποιούνται στο άρθρο 66 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, ο εφαρμοστής του δικαίου καλείται να ερμηνεύσει πρωτογενώς εάν η βούληση του Νομοθέτη ήταν να εξαιρέσει όλα τα σχετικά φορολογικά αδικήματα (π.χ. μη καταβολή φόρου εισοδήματος ή Φ.Π.Α.) ανεξαρτήτως ύψους του αναλογούντος φόρου ή –αντιθέτως- εάν επιθυμούσε την εξαίρεση μόνο των ποσών εκείνων που κείνται πάνω από τα όρια του ποινικώς κολάσιμου και τυποποιούνται ως εγκλήματα φοροδιαφυγής.

Η εν λόγω προβληματική, η οποία έχει πρακτικές προεκτάσεις –πέραν του προφανούς, ήτοι της κήρυξης της πράξης ανέγκλητης- και αναφορικά με το ζήτημα του δεδικασμένου (ενδεικτικά –σταχυολογώντας- αναφέρω από τη μία την ΑΠ 446/2014, η οποία κρίνει ότι οι πράξεις της μη καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο και της μη απόδοσης ΦΠΑ ταυτίζονται, πλην φέρουν απλώς άλλο νομικό χαρακτηρισμό έκαστη και από την άλλη την ΑΠ 135/2016, η οποία κάνει λόγο για αληθή συρροή μεταξύ των 2 εγκλημάτων) δεν απαντάται αταλάντευτα και με σαφήνεια ούτε από την Αιτιολογική Έκθεση του Ν.4619/2019, η οποία αναφέρει στο άρθρο 469 ότι «Θεραπεύεται επίσης το άτοπο της διπλής αξιολόγησης αξιόποινων φορολογικών παραβάσεων και τα ποσά που αποτελούν το αποκομισθέν ή επιδιωχθέν προϊόν αυτών αποκλείονται από την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, αφού η μη καταβολή αυτών τυποποιείται ήδη ποινικά από το άρθρο 66 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας. Το γεγονός δε ότι το Δημόσιο χρησιμοποιεί τη διαδικασία της ταμειακής βεβαιώσεως για να επιδιώξει την είσπραξη των ποσών που στερήθηκε ως συνέπεια του φορολογικού αδικήματος δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί για τον εκ νέου κολασμό του αδικήματος αυτού, καθώς τόσο η πράξη που προκάλεσε την οφειλή όσο και η ζημία του Δημοσίου παραμένουν οι αυτές. Η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος δεν θίγεται ως προς άλλες απαιτήσεις του Δημοσίου, για τις οποίες δεν υπάρχει αυτοτελής ποινική προστασία».

Παρότι, εντούτοις, αναντιρρήτως η πρώτη των ως άνω εκδοχή φαντάζει προτιμότερη για τον υπερασπιστή, οδηγώντας στα όρια του ανέγκλητου τις περισσότερες από τις εκκρεμούσες ενώπιον των ποινικών Δικαστηρίων σχετικές υποθέσεις (χρήσιμη προς επίρρωση της άποψης αυτής η ΑΠ 1519/2019), νομοτεχνικά ορθότερη φαντάζει η δεύτερη. Και τούτο διότι, για την περίπτωση που δεν υπάρχει αυτοτελής ποινική προστασία του Δημοσίου (π.χ. για την τυποποιούμενη στο άρθρο 66, παρ.3 Ν.4174/2013, πράξη της φοροδιαφυγής, αλλά ποσού κάτω των 100.000€ ανά φορολογικό / διαχειριστικό έτος), η εξαίρεση της σχετικής οφειλής από τον Πίνακα Χρεών, ήτοι η καθολική εφαρμογή της νεοπαγούς διάταξης της ΠΚ 469 σε όλες τις περιπτώσεις αξιόποινης και μη αξιόποινης φοροδιαφυγής, θα αναιρούσε την ίδια τη ratio ποινικοποίησης (δεδομένου ότι συχνότατα θα οδηγεί στα όρια του ανέγκλητου) πράξης (μη καταβολής βεβαιωμένης οφειλής προς το Δημόσιο), η οποία δεν τυγχάνει αυτοτελούς ποινικής μεταχείρισης (ήτοι –εν προκειμένω- στα πλαίσια και όρια που θέτει το άρθρο 66 Ν.4174/2013).

Συγκεφαλαιωτικά και ενόψει δημιουργίας στιβαρής νομολογίας επί του εξαιρετικά πρακτικού ως άνω προβληματισμού, είναι προφανές ότι ο υπερασπιστής δέον να κάνει χρήση της συμφερότερης για τον κατηγορούμενο ανωτέρω εκδοχής, η οποία, εξάλλου, δεν στερείται νομικού ερείσματος.

*Δικηγόρος, LL.M., ΜΔΕ,

Πρόεδρος Περιφερειακού Συμβουλίου Αττικής

Ακολουθήστε το dikastiko.gr στο Google News και δείτε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο dikastiko.gr

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ