Γιάννης Καρούζος: Ήρθε η ώρα για την μεγάλη μάχη των μισθών

Στην Ελλάδα η «μάχη των μισθών» θα ξεκινήσει την Πρωτοχρονιά, όταν θα μπαίνει σταδιακά σε εφαρμογή εντός Ιανουαρίου η διαδικασία για την νέα αύξηση του κατώτατου μισθού.

NEWSROOM
Γιάννης Καρούζος: Ήρθε η ώρα για την μεγάλη μάχη των μισθών

«Πρόκειται για τον πιο απότομο και επιθετικό κύκλο αύξησης που έχει γίνει ποτέ από την έναρξη της νομισματικής ένωσης». Το σχόλιο ανήκει στον Κάρστεν Μπρζέσκι, επικεφαλής οικονομολόγο της ING και αφορά στο ρυθμό αύξησης των επιτοκίων από την ΕΚΤ.

Αντίστοιχα απότομη και επιθετική, όσο και βίαιη – θα μπορούσε να πει κανείς – είναι και η μείωση της αγοραστικής δύναμης των μισθών στην Ευρώπη τους τελευταίους μήνες. Το ράλι του πληθωρισμού που τρέχει δίχως φρένα προς ολοένα και μεγαλύτερα νέα ρεκόρ βυθίζει την αξία των μισθών, που δεν ακολουθούν με τον ίδιο ρυθμό.

Αρχικά το mandate από τους κεντρικούς τραπεζίτες προς τις κυβερνήσεις και τα κράτη – μέλη της Ευρωζώνης ήταν ούτε λίγο ούτε πολύ «καμία αύξηση μισθών» ή πολύ προσεκτικές αυξήσεις με το σταγονόμετρο, ώστε να μην προκληθούν δευτερογενείς επιδράσεις στον πληθωρισμό ενισχύοντας το ράλι του.

«Παρακολουθούμε προσεκτικά τους μισθούς, διότι οι τιμές και οι μισθοί αλληλοεπηρεάζονται», έλεγε η ΕΚΤ τον Νοέμβριο του 2021. «Οι εργαζόμενοι και οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ζητούν επί του παρόντος μισθολογικές αυξήσεις για την αντιστάθμιση του υψηλότερου κόστους διαβίωσης. Αυτό είναι φυσιολογικό.

Ωστόσο, εάν οι μισθοί συνεχίσουν να αυξάνονται, οι επιχειρήσεις ενδέχεται να αποσβέσουν το υψηλότερο κόστος τους με την αύξηση των τιμών, γεγονός που δίνει ακόμη μεγαλύτερη ανοδική ώθηση στις τιμές.

Εάν οι άνθρωποι και οι επιχειρήσεις αρχίσουν να αναμένουν ότι ο υψηλότερος πληθωρισμός θα έχει διάρκεια, τότε ο πραγματικός πληθωρισμός θα μπορούσε και αυτός να αυξηθεί. Για τους οικονομολόγους αυτό είναι μια δευτερογενής επίδραση. Ωστόσο, μέχρι στιγμής, δεν έχει καταγραφεί μεγάλη αύξηση των μισθών».

Αυτά έλεγε η ΕΚΤ ένα χρόνο πριν, υποστηρίζοντας βέβαια πως μέσα στο 2022 «ο πληθωρισμός θα μειωθεί, καθώς η προσφορά θα μπορέσει σταδιακά να καλύψει τη ζήτηση και οι τιμές της ενέργειας θα μειωθούν».

Μετά βέβαια ήρθε η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία τινάζοντας στον αέρα όλες τις προβλέψεις και τα σενάρια. Ο πληθωρισμός δεν υποχώρησε, αντίθετα φουντώνει και οι τιμές της ενέργειας έγιναν θηλιά για νοικοκυριά κι επιχειρήσεις.

Συνεπώς, τώρα ήρθε η ώρα για την μεγάλη μάχη: Την μάχη των μισθών. Επιχειρήσεις και εργαζόμενοι ήδη προετοιμάζονται.

Ο πληθωρισμός θα είναι μαζί μας και το 2023. Επίμονος και υψηλός. Όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά σε όλη την Ευρώπη και σε όλο τον κόσμο. Είναι ενδεικτικό ότι ο προϋπολογισμός του 2023 που κατατίθεται την Δευτέρα στη Βουλή αναμένεται να προβλέπει μέσο ετήσιο πληθωρισμό για το 2023 κοντά στο 5%. Ένα 5% που θα έρθει να «κάτσει» πάνω στο φετινό 10% οδηγώντας τις τιμές ακόμη πιο ψηλά.

Στο δυστοπικό αυτό τοπίο με μια ενεργειακή κρίση που όμοιά της δεν γνώρισε ποτέ ο πλανήτης, οι αυξήσεις των μισθών θα είναι το μεγάλο στοίχημα και το μεγάλο πεδίο μάχης στην οικονομία την επόμενη χρονιά. Τόσο στην Ελλάδα όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη.

Εν μέσω ύφεσης στην Ευρωζώνη – όλοι το προεξοφλούν – και εντεινόμενης πίεσης στις επιχειρήσεις ελέω ενεργειακής κρίσης και ανατιμήσεων στις πρώτες ύλες, οι εργαζόμενοι θα πιέζουν το 2023 για μεγαλύτερες αυξήσεις ώστε να αντιμετωπίσουν την ακρίβεια και να γλιτώσουν την φτωχοποίηση, την ώρα που οι επιχειρήσεις θα προσπαθούν να κρατήσουν χαμηλά τις προσδοκίες, αυξάνοντας – σε μια παράλληλη εξέλιξη – κι άλλο τις τιμές για να ισοφαρίσουν τις απώλειες.

Σε πολλές χώρες η μάχη έχει ήδη αρχίσει. Στη Γερμανία το μεγαλύτερο εργατικό σωματείο της χώρας, IG Metall, το οποίο εκπροσωπεί τους εργαζόμενους στους κλάδους των μετάλλων και των ηλεκτρονικών, εξασφάλισε μετά από σκληρές διαπραγματεύσεις αυξήσεις μισθών 8,5%.

Η συμφωνία που έγινε στο κρατίδιο της Βάδης – Βιτεμβέργης προβλέπει αύξηση μισθών 5,2% το 2023 και 3,3% το 2024, επιπλέον του αφορολόγητου μπόνους 3.000 ευρώ για την αντιμετώπιση του πληθωρισμού.

Πρόκειται για τις μεγαλύτερες μισθολογικές αυξήσεις από το 2008, τις οποίες επεδίωξαν οι Γερμανοί εργαζόμενοι, ώστε να ανταποκριθούν στις ανεξέλεγκτες αυξήσεις των τιμών. Οι εργοδότες από την άλλη πλευρά υποστήριζαν πως δεν μπορούν να αντέξουν το οικονομικό βάρος των αυξήσεων και μάλιστα εν μέσω ύφεσης.

H συμφωνία αφορά 4 εκατομμύρια εργαζόμενους κι έτσι η Γερμανία, ως η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης, δίνει το σήμα για την έναρξη της… μάχης των μισθών σε ολόκληρη την Ευρώπη, που μαστίζεται από υψηλό πληθωρισμό και ραγδαία απομείωση της αγοραστικής δύναμης των μισθωτών.

Οι επιχειρήσεις ήταν απρόθυμες να αυξήσουν τους μισθούς λόγω των υψηλότερων δαπανών που έχουν για πρώτες ύλες, φυσικό αέριο και ηλεκτρικό ρεύμα.

Παράλληλα, υπήρχε ανησυχία ότι οι σημαντικές μισθολογικές αυξήσεις μπορεί να εμπεδώσουν τον ήδη υψηλό πληθωρισμό, ο οποίος επιταχύνθηκε απρόσμενα στη Γερμανία τον Οκτώβριο.

Οι δύο πλευρές φαίνονταν αρχικά αμετακίνητες, κάτι που είχε ενισχύσει τους φόβους για μεγάλες απεργίες στην μεγαλύτερη αλλά και πολύ ταλαιπωρημένη – πλέον – οικονομία της Ευρωζώνης. Αν η IG Metall προχωρούσε σε απεργιακές κινητοποιήσεις, θα δημιουργούσε προβλήματα στην παραγωγική διαδικασία μεγάλων βιομηχανιών όπως η Airbus, η Mercedes-Ben, και η Thyssenkrupp AG.

Οι ενώσεις των εργοδοτών υποστήριξαν ότι τα μέλη τους απειλούνται από το αυξανόμενο κόστος ενέργειας και υλικών, καθώς και από διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα που σχετίζονται με τον πόλεμο στην Ουκρανία. Είπαν επίσης ότι πολλές εταιρείες έχουν εξαντλήσει τα περιθώρια ρευστότητας στην προσπάθειά τους να διατηρήσουν τους υπαλλήλους τους κατά τη διάρκεια της πανδημίας.

Και δεν είναι μόνοι τους οι εργοδότες σε αυτή την πλευρά της διελκυστίνδας. Οι κεντρικοί τραπεζίτες ανησυχούν ότι μια πολύ γενναιόδωρη συμφωνία για τους μισθούς θα μπορούσε να προκαλέσει ένα «σπιράλ μισθών – τιμών» και να διατηρήσει τον πληθωρισμό σε υψηλά επίπεδα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

Στην πιο πρόσφατη συνεδρίαση της ΕΚΤ, η επικεφαλής Κριστίν Λαγκάρντ ξεχώρισε τις «υψηλότερες από τις αναμενόμενες αυξήσεις μισθών» ως βασικό παράγοντα κινδύνου για τον ρυθμό αύξησης του πληθωρισμού.

Ωστόσο η εξίσωση δεν είναι εύκολη ούτε και φτάνει στη λύση της. Ο πληθωρισμός δεν υποχωρεί ούτε θα υποχωρήσει στο άμεσο μέλλον. Είναι περισσότερο από εμφανές πως η παγκόσμια οικονομία έχει μπει σε έναν μεγάλο πληθωριστικό κύκλο που δεν θα κλείσει σύντομα.

Ακόμη, όμως, κι αν επιβραδυνθεί ο ρυθμός αύξησης του πληθωρισμού – όπως φαίνεται να συμβαίνει ήδη στην Ελλάδα (τον Οκτώβριο ο πληθωρισμός έπεσε στο 9,1% από 12% τον Σεπτέμβριο) – αυτό δεν σημαίνει πως θα πέσουν οι τιμές. Το αντίθετο μάλλον. Θα συνεχίσουν να ανεβαίνουν, αλλά λιγότερο επιθετικά.

Ήδη όμως οι τιμές έχουν φτάσει σε ένα σημείο που καθιστά πολλά βασικά προϊόντα και είδη πρώτης ανάγκης δυσπρόσιτα για τον μέσο καταναλωτή. Χαρακτηριστικά είναι τα πρόσφατα στοιχεία της Συνομοσπονδίας Ευρωπαϊκών Συνδικάτων, που αναλύοντας στοιχεία της ΕUROSTAT, καταγράφει την πτώση ρεκόρ της αξίας των κατώτατων μισθών.

Οι χαμηλότερα αμειβόμενοι εργαζόμενοι στην Ευρώπη – κατώτατος μισθός – είδαν την αξία των μισθών τους να μειώνεται έως και 19% φέτος, γεγονός που αντιπροσωπεύει τη μεγαλύτερη πτώση των πραγματικών κατώτατων μισθών αυτόν τον αιώνα.

Οι κατώτατοι μισθοί αυξήθηκαν κατά μέσο όρο 7,6% το τελευταίο έτος στις 21 χώρες της Ε.Ε. που διαθέτουν κατώτατο μισθό. Ωστόσο, στις ίδιες χώρες, το ποσοστό του πληθωρισμού αυξήθηκε 12,4% κατά μέσο όρο.

Αυτό σημαίνει ότι η πραγματική αξία των κατώτατων μισθών έχει μειωθεί 4,8% κατά μέσο όρο. Είναι μόλις η δεύτερη φορά από το 2000 που η αύξηση των πραγματικών κατώτατων μισθών υποχωρεί κάτω από το μηδέν. Και μάλιστα αυτή η μείωση είναι σημαντικά υψηλότερη από την προηγούμενη, όταν στο απόγειο της λιτότητας το 2012, η αύξηση των πραγματικών κατώτατων μισθών ήταν στο 0,7%.

Οι πραγματικοί κατώτατοι μισθοί μειώθηκαν δραματικά από το περασμένο καλοκαίρι στη Λετονία (-19%), Τσεχία και Εσθονία (-10%) και Σλοβακία (-8%).

Στην Ελλάδα η «μάχη των μισθών» θα ξεκινήσει ήδη από την Πρωτοχρονιά, όταν θα μπαίνει σταδιακά σε εφαρμογή εντός Ιανουαρίου η διαδικασία για την νέα αύξηση του κατώτατου μισθού. Είναι βέβαιο – σε συνθήκες προεκλογικές πόλωσης – πως ο κατώτατος μισθός θα αυξηθεί τουλάχιστον στα 751 ευρώ – δηλαδή σε προμνημονιακά επίπεδα – αν όχι υψηλότερα και εγγύτερα στα 800 ευρώ που ζητά μετ επιτάσεως εδώ και καιρό η αντιπολίτευση. Ο κατώτατος μισθός, άλλωστε, είναι και ένα «χαρτί» στα χέρια της όποιας κυβέρνησης, έτσι όπως έχει δομηθεί το νέο σύστημα καθορισμού του.

Σύμφωνα με τα όσα έχει προαναγγείλει ο ίδιος ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, η νέα αύξηση θα έλθει την ερχόμενη Πρωτομαγιά, αν και κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει μια έκπληξη στο χρονοδιάγραμμα, ώστε η αύξηση να έρθει νωρίτερα, δεδομένου του εκλογικού κύκλου που φτάνει στο τέλος του.

Ωστόσο φτάνει αυτή η αύξηση του κατώτατου μισθού για να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα της μισθωτής απασχόλησης έναντι του πληθωρισμού και να αποσυμπιεστεί η κατάσταση;

Η δύσκολο όσο και προφανής απάντηση είναι όχι, δεδομένης της ασφυκτικής πίεσης που ασκούν οι ανατιμήσεις στο σύνολο των μισθωτών. Ανατιμήσεις που δεν έρχονται μόνο από το σούπερ – μάρκετ και τα είδη πρώτης ανάγκης, αλλά και από τα ενοίκια, την ενέργεια, τα επιτόκια δανεισμού, τις μεταφορές, τα καύσιμα.

Η πίεση πολλαπλασιάζεται και στον μέσο μισθωτό, που μπορεί να εισπράττει 1.000 ή και 1.500 ευρώ αλλά νιώθει πως πλέον δεν μπορεί να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις του. Το Β τρίμηνο του 2022 το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών αυξήθηκε κατά 1,7%, ενώ η καταναλωτική δαπάνη κατά 20,1%, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ. Το ποσοστό αποταμίευσης μειώθηκε κατά 14,2%. Είναι το 4ο συνεχόμενο τρίμηνο με αρνητικό πρόσημο στη δυνατότητα αποταμίευσης. Ξεκίνησε από -1% το Γ τρίμηνο του 2021, εξελίχθηκε σε -8,7% το Δ τρίμηνο του 2021, έφτασε στο -9,3% το Α τρίμηνο του 2022 για να εκτοξευθεί σε διψήφιο ποσοστό το Β τρίμηνο φέτος.

Η τάση είναι ολοφάνερη. Ο χρόνος είναι πλέον εχθρός των νοικοκυριών, των μισθωτών, των εισοδημάτων και των αποταμιεύσεων τους.

Γι αυτό και το 2023 θα είναι η χρονιά των μισθών. Σε αυτό το μέτωπο θα δοθεί η μητέρα των μαχών.

Απλά στην Ελλάδα το συνδικαλιστικό κίνημα έχει επί της ουσίας αποδυναμωθεί, αφού δέχθηκε αποφασιστικό χτύπημα στην περίοδο των μνημονίων. Και το ερώτημα είναι: Πώς θα εκφραστεί το αίτημα της μισθωτής απασχόλησης για γενναίες αυξήσεις; Θα φανεί στο πεδίο.

Του Γιάννη Καρούζου, Δικηγόρου-Εργατολόγου

ΠΗΓΗ: dikigorosergatologos.gr

Ακολουθήστε το dikastiko.gr στο Google News και δείτε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο dikastiko.gr

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ