Γιάννης Καρούζος: Σύμβαση ορισμένου χρόνου – Τι θα συμβεί αν λυθεί νωρίτερα από τον εργαζόμενο ή από τον εργοδότη;

Η πρόωρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου (σε περίπτωση που δεν διαπιστωθεί η ύπαρξη σπουδαίου λόγου) είναι άκυρη αναδρομικά από το χρόνο που έγινε (174 ΑΚ) και συνεπώς η σύμβαση εξακολουθεί να υφίσταται

NEWSROOM
Γιάννης Καρούζος: Σύμβαση ορισμένου χρόνου – Τι θα συμβεί αν λυθεί νωρίτερα από τον εργαζόμενο ή από τον εργοδότη;

Μία σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι δυνατόν να λυθεί με τους εξής τρόπους: Με την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου, με την οικειοθελή αποχώρηση του μισθωτού, η οποία προβλέπεται από τη σύμβαση εργασίας ή από τον ισχύοντα κανονισμό εργασίας και η οποία δεν ταυτίζεται με την καταγγελία της σύμβασης για σπουδαίο λόγο, και τέλος, με την καταγγελία της σύμβασης για σπουδαίο λόγο.

Αναφορικά με τον τρίτο τρόπο λύσης μίας σύμβασης ορισμένου χρόνου, στο άρθρο 672 ΑΚ προβλέπεται ότι τόσο ο εργοδότης όσο και ο μισθωτός έχουν δικαίωμα να καταγγείλουν οποτεδήποτε τη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου για σπουδαίο λόγο, χωρίς την τήρηση προθεσμίας ενώ το δικαίωμα αυτό δεν μπορεί να αποκλειστεί με αντίθεση συμφωνία. Οι διατάξεις του άρθρου 672 ΑΚ αποτελούν δηλαδή αναγκαστικό δίκαιο από το οποίο δεν χωρεί παρέκκλιση. Έτσι, είναι άκυρη ενδεχόμενη συμφωνία που αποκλείει το δικαίωμα καταγγελίας σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου για σπουδαίο λόγο ή περιέχει υπέρμετρες δεσμεύσεις που συνεπάγονται το αυτό αποτέλεσμα, όπως είναι η τήρηση προθεσμίας.

Επισημαίνεται ότι τα μέρη δικαιούνται να συμφωνήσουν ότι ένα γεγονός αποτελεί λόγο πρόωρης λύσης της σύμβασης, έστω και αν αυτό αντικειμενικά δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως σπουδαίος λόγος. Επίσης γίνεται δεκτό ότι η καταγγελία της σύμβασης λόγω συνδρομής σπουδαίου λόγου, ως μονομερής δήλωση βούλησης γνωστοποιητέα στο έτερο μέρος της σύμβασης, μπορεί να γίνει και άτυπα, προφορικά ή και σιωπηρά, για το λόγο ότι ο έγγραφος τύπος απαιτείται κατά το άρθρο 5 Ν.3198/1955 μόνο για τις συμβάσεις αορίστου χρόνου, με την περιέλευσή της δε σε εκείνον που απευθύνεται, επιφέρει αμέσως τη λύσης της σύμβασης για το μέλλον.

Όσον αφορά στην έννοια του σπουδαίου λόγου, μπορεί να συνίσταται σε οποιοδήποτε περιστατικό εξ’ αιτίας του οποίου δεν είναι δυνατόν κατ’ αντικειμενική κρίση να αξιωθεί από οποιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη η συνέχιση της σύμβασης εργασίας μέχρι τη συμφωνημένη ή από το νόμο υποχρεωτική λήξη της (ΑΠ 451/1999). Ο σπουδαίος λόγος δεν προϋποθέτει αναγκαστικά και υπαιτιότητα αυτού κατά του οποίου απευθύνεται η καταγγελία, ενώ τα περιστατικά τα οποία επικαλείται ο καταγγέλλων δύνανται να αφορούν στο πρόσωπο/ συμπεριφορά του ετέρου μέρους ή του ίδιου του καταγγέλλοντος.

Ενδεικτικά, σπουδαίο λόγο για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου μπορεί να αποτελέσει η παράβαση από τον εργοδότη ουσιωδών όρων της σύμβασης εργασίας (ΑΠ 321/2000), η μετάθεση του εργαζομένου κατά παράβαση της σύμβασης (ΑΠ 14/1999), η άρνηση του εργοδότη να καταβάλλει το σύνολο των συμφωνηθέντων αποδοχών και η απαίτηση κατά τρόπο εκβιαστικό προς το μισθωτό να δεχθεί αυτός εκ των υστέρων όρο ιδιαίτερα δεσμευτικό για αυτόν (ΕφΑθ 2193/1998), η κακόβουλη συμπεριφορά του εργοδότη που μειώνει ηθικά το μισθωτό (ΑΠ 6/1989).

Αντιθέτως, σπουδαίο λόγο έχει κριθεί ότι δεν συνιστά η επίμονη διεκδίκηση αμοιβής από τον εργαζόμενο (ΑΠ 1371/1999), ούτε η κατάργηση θέσεων λόγω αναδιάρθρωσης των υπηρεσιών στην επιχείρηση (ΑΠ 166/1997) ή η αφερεγγυότητα του εργοδότη (ΑΠ53/1997).

Σε περίπτωση που δεν διαπιστωθεί η ύπαρξη σπουδαίου λόγου, τότε η πρόωρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι άκυρη αναδρομικά από το χρόνο που έγινε (174 ΑΚ) και συνεπώς η σύμβαση εξακολουθεί να υφίσταται. Εν προκειμένω, αν στην ανωτέρω άκυρη καταγγελία προέβη ο εργοδότης, αυτός θεωρείται υπερήμερος δανειστής και οφείλει να καταβάλλει μισθούς υπερημερίας για όλο τον υπολειπόμενο χρόνο μέχρι τη λήξη της σύμβασης εργασίας. Αντιθέτως, εάν στην άκυρη καταγγελία προέβη ο εργαζόμενος, τότε αυτός περιέρχεται σε κατάσταση υπερήμερου οφειλέτη. Η κατάσταση αυτή εξομοιώνεται με υπαίτια αδυναμία παροχής και συνεπώς ο εργοδότης δεν οφείλει να καταβάλλει τις αποδοχές του ακύρως παραιτηθέντος μισθωτού.

Να σημειωθεί, τέλος, ότι κατά πάγια θέση της νομολογίας αναφορικά με την προθεσμία προσβολής του κύρους της καταγγελίας που έγινε χωρίς σπουδαίο λόγο τυγχάνει εφαρμογή η τρίμηνη προθεσμία του άρθρου 6 του Ν. 3198/1955, που έχει θεσπιστεί για την προσβολή του κύρους καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου.

* Του Γιάννη Καρούζου, Δικηγόρου-Εργατολόγου

ΠΗΓΗ: dikigorosergatologos.gr

Ακολουθήστε το dikastiko.gr στο Google News και δείτε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο dikastiko.gr

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ