Γεώργιος Χαρ. Σανιδάς: Για να επιζήσει η δικαιοσύνη

Ουδείς, όσο ισχυρός και αν είναι, μπορεί να στερήσει τον Δικαστικό Λειτουργό από την ανεξαρτησία του, εάν ο ίδιος δεν το θελήσει.

NEWSROOM icon
NEWSROOM
Γεώργιος Χαρ. Σανιδάς: Για να επιζήσει η δικαιοσύνη

Α.        Εισαγωγή

Ι.          Την ιδιότητα του Δικαστικού Λειτουργού, που αποτελεί μέγιστο προνόμιο, πιθανόν θα ήθελε να έχει οποιοσδήποτε άνθρωπος. Και θα ήθελε να την έχει, καθ’ όσον η ιδιότητα αυτή προσεγγίζει το θείο, χωρίς βεβαίως, λόγω του πεπερασμένου του ανθρώπου, να ταυτίζεται με αυτό.

Όπως όμως είναι αυτονόητο, η ιδιότητα του Δικαστικού Λειτουργού δημιουργεί τεράστιες ευθύνες και υποχρεώσεις, που δεν εκπορεύονται μόνο από αυτήν καθ’ αυτήν την πιο πάνω ιδιότητα. Εκπορεύονται κυρίως από το Σύνταγμα. Η Δικαιοσύνη αποτελεί τη μία από τις τρεις Συντεταγμένες λειτουργίες του Κράτους, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Συντάγματος, πηγάζουν από το λαό και υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους.

Υπάρχουν λοιπόν και λειτουργούν οι Δικαστικοί Λειτουργοί υπέρ του πολίτη και χάριν του πολίτη και του Έθνους. Αν οι Δικαστικοί Λειτουργοί κοιτάξουν κατά πρόσωπο τον πολίτη, ένα αυτός θα τους ζητήσει. Ταχεία και ορθή απονομή Δικαιοσύνης.

Για να εκπληρώσουν όμως οι Δικαστικοί Λειτουργοί την πιο πάνω αποστολή τους και το αίτημα των πολιτών, απαιτούνται θυσίες. Θυσίες ατομικές, οικογενειακές και κοινωνικές, οι οποίες αποτελούν το αντιστάθμισμα του μεγαλείου που προσφέρει η άσκηση του λειτουργήματος του Δικαστικού Λειτουργού. Θυσίες με τις οποίες θα επιβεβαιώνεται, αφ’ ενός η αγάπη τους και ο πόνος τους για τη Δικαιοσύνη και αφ’ ετέρου ο σεβασμός και η αλληλεγγύη προς τους συνανθρώπους τους, προς τους πολίτες. Θυσίες που θα τους καθιστούν αναμφίβολα, αντάξιους της υψηλής αποστολής που επέλεξαν.

Με αυτές τις αρχές, αξίες και παραδόσεις πορεύθηκε και λειτούργησε η μεγίστη πλειοψηφία των Δικαστικών Λειτουργών, μέχρι πριν τρεις περίπου δεκαετίες, παρά το γεγονός ότι οι μισθοί τους ήταν χαμηλοί  (που δεν τους καθιστούσαν όμως ευάλωτους), οι συνθήκες απονομής της Δικαιοσύνης άθλιες (θα ήταν αρκετή η αναφορά των κτηρίων της οδού Σανταρόζα) και ο φόρτος εργασίας δυσβάσταχτος.

Τα τελευταία όμως, τα κάλυπτε ο ανθρώπινος παράγοντας. Υπήρχε το συναίσθημα του χρέους και της θυσίας για την επιτέλεση του καθήκοντος και της αγάπης για τη Δικαιοσύνη.

Ήταν θέμα τιμής για τους Δικαστές, να εκδίδουν ταχέως (εντός μάλιστα διμήνου) τις πολιτικές αποφάσεις και τα βουλεύματα, για τους Εισαγγελείς να επεξεργάζονται ταχέως τις ποινικές δικογραφίες και για όλους μαζί, να περατώνουν, με τη συμπαράσταση και των ικανών γραμματέων, την εκδίκαση όλων των εγγεγραμμένων στο πινάκιο, ποινικών υποθέσεων.

Όλα αυτά όμως συντελούσαν στην καταξίωση της Δικαιοσύνης και των λειτουργών τους και προκαλούσαν το σεβασμό των πολιτών.

ΙΙ.         Η παρακμιακή πορεία της ελληνικής κοινωνίας, τα μέλη της οποίας σιγά-σιγά, τα τελευταία χρόνια, απεμπόλησαν αρχές και αξίες, στις οποίες αυτή στηριζόταν και έθεσαν ως πρωταρχικό στόχο και σκοπό, αφ’ ενός τη λιγότερη προσπάθεια και αφ’ ετέρου τον γρήγορο και άκοπο πλουτισμό, δεν άφησε ανέγγιχτο, όχι ευτυχώς στο σύνολό του, και το δικαστικό σώμα, τα μέλη του οποίου προέρχονται από τη σάρκα της κοινωνίας.

Έτσι, παρατηρείται καθυστέρηση στην έκδοση των πολιτικών αποφάσεων, ακόμη και επί υποθέσεων ασφαλιστικών μέτρων, βραδύτητα στην εκδίκαση των ποινικών υποθέσεων, εν όψει και του περιορισμένου ωραρίου, το οποίο έχουν αποδεχθεί άπαντες, έλλειψη ουσιαστικού ελέγχου των πιο πάνω φαινομένων από τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα, μη επιβολή κυρώσεων στους ράθυμους Δικαστικούς Λειτουργούς, αδιαφορία για την παραμονή στο σώμα ανεπαρκών Δικαστικών Λειτουργών, αλλά και προαγωγή τους κατά την επετηρίδα, πράγμα που δημιουργεί πικρία στους εργατικούς και ευσυνείδητους Δικαστικούς Λειτουργούς, με συνέπεια η Δικαιοσύνη να μην προκαλεί τον σεβασμό των πολιτών αλλά και των συλλειτουργών σε αυτή,  δικηγόρων.

Β.        Τι πρέπει λοιπόν να γίνει, για να μπορεί η Δικαιοσύνη να εκπληρώνει την αποστολή της, ως οχυρό της Δημοκρατίας και θεματοφύλακας της κοινωνικής ειρήνης, της ασφάλειας των πολιτών και της ικανοποιήσεως του συνταγματικού δικαιώματός τους, για ταχεία παροχή εννόμου προστασίας;

Οι ακόλουθες σκέψεις και θέσεις, κάποιες από τις οποίες έχουν υποστηριχθεί κατά καιρούς και από άλλους υπηρετήσαντες ή υπηρετούντες Δικαστικούς Λειτουργούς, όπως για παράδειγμα ο αείμνηστος Πρόεδρος του Αρείου Πάγου Στέφανος Ματθίας, ο επίτιμος Αρεοπαγίτης Χριστόφορος Κοσμίδης και ο Εισαγγελέας Εφετών Βασίλειος Φλωρίδης, αποτελούν, κατά την άποψή μας, τις προϋποθέσεις για την αναγέννηση της Δικαιοσύνης και τη δυνατότητα εκπληρώσεως της αποστολής της.

Είναι αυτονόητο ότι οι σκέψεις αυτές θα αφορούν αφ’ ενός μεν κυρίως τους Δικαστικούς Λειτουργούς, και αφ’ ετέρου δι’ ολίγων, τους δικηγόρους και γραμματείς των Δικαστηρίων.

Ι.          Θεσμικά όργανα αυτοδιοίκησης της Δικαιοσύνης

Απαιτείται ενίσχυση της λειτουργικής ανεξαρτησίας και του κύρους των θεσμικών οργάνων αυτοδιοίκησης της Δικαιοσύνης, ήτοι του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου, της Επιθεώρησης, των Ολομελειών του Αρείου Πάγου και Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και των Πειθαρχικών Συμβουλίων.

Ενδεικτικά:

  1. Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο να μπορεί να συνεδριάζει για όλα τα ζητήματα που ανάγονται στην προσωπική και υπηρεσιακή κατάσταση των Δικαστικών Λειτουργών, όχι μόνο μετά από ερωτήματα του Υπουργείου Δικαιοσύνης αλλά και αυτεπαγγέλτως, μετά από πρόσκληση του Προέδρου του Αρείου Πάγου ή αίτημα του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου προς τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου. Η άμεση αντιμετώπιση δυσλειτουργιών και προβλημάτων που εμφανίζονται ενίοτε στα δικαστήρια και Εισαγγελίες, μόνο έτσι μπορεί να επιτευχθεί. Στο τέλος τέλος, δεν είναι νοητό η λειτουργία των οργάνων αυτοδιοικήσεως της Δικαιοσύνης, που διασφαλίζουν την ανεξαρτησία της, να εξαρτάται από ερωτήματα του Υπουργείου Δικαιοσύνης, την αποστολή των οποίων, πολλές φορές σκοπίμως, για δικούς του λόγους καθυστερεί, αφού με τον τρόπο αυτό, αυτομάτως, περιστέλλονται η ανεξαρτησία του και το αυτοδιοίκητο.
  2. Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου και η Ολομέλεια της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου να προσδιορίζουν ανά τετραετία τις οργανικές θέσεις των Δικαστών και Εισαγγελέων, που είναι αναγκαίες για την εύρυθμη λειτουργία εν συνόλω της Δικαιοσύνης αλλά και εκάστου Δικαστηρίου και Εισαγγελίας, με βάση τις ανάγκες και τον όγκο της εργασίας αυτών. Αλλαγή από την εκτελεστική εξουσία του αριθμού των προσδιορισμένων, από τις Ολομέλειες του Αρείου Πάγου και της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, οργανικών θέσεων, να μπορεί να γίνει μόνον εφ’ όσον προηγηθεί σύμφωνη γνώμη της Ολομελείας του Αρείου Πάγου ή της Ολομελείας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου. Πέραν του ως άνω συγκεκριμένου θέματος, να απαιτείται η σύμφωνη γνώμη της πλήρους Ολομελείας του Αρείου Πάγου (Δικαστές και Εισαγγελείς) για οποιαδήποτε νομοθετική μεταβολή, αναγόμενη στην προσωπική και υπηρεσιακή κατάσταση των Δικαστικών Λειτουργών, στην επιθεώρηση, στην οργάνωση των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών, καθώς και τους θεσμούς αυτοδιοίκησης και λειτουργίας της Δικαιοσύνης.

Άλλωστε, πώς είναι νοητή ύπαρξη αυτοδιοίκητου στη Δικαιοσύνη, χωρίς την τήρηση του πιο πάνω κανόνα.

  1. Να καταργηθεί το σύστημα αναδείξεως των οργάνων της επιθεώρησης με κλήρωση, αφού από την τελευταία, δεν προκύπτουν πάντοτε οι καταλληλότεροι. Αντί της κληρώσεως, ο Πρόεδρος, τα μέλη του τριμελούς Συμβουλίου επιθεώρησης και οι επιθεωρητές, να επιλέγονται από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, με δεκαπενταμελή σύνθεση, για μία τριετία. Το σύστημα του ορισμού των οργάνων της επιθεώρησης από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, ίσχυε μέχρι το 1995 περίπου, και δυστυχώς άλλαξε για λόγους που εκφεύγουν του παρόντος.
  2. Τα εκτεθέντα σε σχέση προς τα όργανα της επιθεώρησης, να ισχύσουν και σε σχέση προς τα μέλη των πειθαρχικών Συμβουλίων ήτοι να επιλέγονται και αυτά από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο σε δεκαπενταμελή σύνθεση, και όχι να προκύπτουν από κλήρωση, όπως σήμερα ορίζεται από το Σύνταγμα, το οποίο, κατά το σημείο τούτο, πρέπει να αναθεωρηθεί. Έτσι, θα αποφεύγεται το παράδοξο, στα δευτεροβάθμια πειθαρχικά συμβούλια να μετέχουν νεότεροι δικαστές εκείνων που έκριναν σε πρώτο βαθμό. Πέραν τούτων, θα πρέπει να προβλεφθεί (ίσως για τούτο απαιτείται συνταγματική διάταξη) η συμμετοχή στα πειθαρχικά συμβούλια αριθμού Εισαγγελικών λειτουργών, όταν αυτά κρίνουν πειθαρχικά αδικήματα Εισαγγελικών Λειτουργών, αφού οι Δικαστές δεν μπορεί να γνωρίζουν τον τρόπο λειτουργίας των Εισαγγελιών και Εισαγγελέων.

ΙΙ.         Επιθεώρηση – αξιολόγηση

Η αντικειμενική και με πληρότητα αξιολόγηση των Δικαστικών Λειτουργών, αποτελεί το θεμέλιο, εφ’ ενός για την ορθή και με ταχύτητα λειτουργία της Δικαιοσύνης και αφ’ ετέρου για την πορεία και εξέλιξη των Δικαστικών Λειτουργών στο δικαστικό σώμα

Η επιθεώρηση και η δι’ αυτής αξιολόγηση των Δικαστικών Λειτουργών, αποτελεί καθήκον μείζον, δυσχερές και επίπονο, εφ’ όσον βεβαίως γίνεται με πληρότητα και είναι ουσιαστική. Και είναι μείζον, δυσχερές και επίπονο, διότι ο επιθεωρητής δεν καλείται απλώς να αποφανθεί επί της διαφοράς διαδίκων. Καλείται να αξιολογήσει συναδέλφους Δικαστικούς Λειτουργούς, έργο το οποίο, εκ της φύσεώς του, απαιτεί πολύ μεγαλύτερη υπευθυνότητα, αφού συναρτάται αφ’ ενός με την εύρυθμη λειτουργία της Δικαιοσύνης και αφ’ ετέρου με την εξέλιξη των Δικαστικών Λειτουργών στο σώμα. Εκ τούτου, παρέπεται ότι ο επιθεωρητής αφ’ ενός θα πρέπει να διαθέτει πολύ χρόνο και να καταβάλει μεγάλο κόπο και αφ’ ετέρου να αίρεται πάνω από συναισθηματισμούς, φιλίες ή γνωριμίες. Με την αξιολόγηση, θα πρέπει να επιβραβεύονται οι ικανοί, εργατικοί και ευσυνείδητοι Δικαστικοί Λειτουργοί, προκειμένου, στη συνέχεια, να προάγονται μέχρι την ανώτατη βαθμίδα και έτσι το Ακυρωτικό να στελεχώνεται από τους αρίστους.

Κατά την επιθεώρηση, θα πρέπει να γίνεται από τον επιθεωρητή ουσιαστικός έλεγχος της ποιότητας και ποσότητας της εργασίας των Δικαστικών Λειτουργών, του χρόνου εκδόσεως των πολιτικών αποφάσεων ή των βουλευμάτων, της επεξεργασίας των ποινικών δικογραφιών και της καταθέσεως των προτάσεων από τους Εισαγγελείς, της ταχύτητας με την οποία εκδικάζονται ποινικές υποθέσεις, καθώς και της ποιότητας των εκδιδομένων αποφάσεων.

Η κρατήσασα, κατά τα τελευταία είκοσι πέντε περίπου έτη, ισοπεδωτική πρακτική ως προς την αξιολόγηση (ή ορθότερο μη αξιολόγηση) των Δικαστικών Λειτουργών, οι οποίοι σχεδόν στο σύνολό τους χαρακτηρίζονται εξαίρετοι ή άρτιοι, από τους προκύπτοντες με κλήρωση!!, επιθεωρητές, είναι ανεπίτρεπτη και θα πρέπει να σταματήσει πάραυτα, καθ’ όσον, αφ’ ενός απογοητεύει τους ευσυνείδητους, ικανούς και εργατικούς Δικαστικούς Λειτουργούς και αφ’ ετέρου οδηγεί σε αδυναμία εφαρμογής της αξιοκρατίας από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, κατά τις προαγωγές και μεταθέσεις αυτών, με περαιτέρω συνέπεια η Δικαιοσύνη να αδυνατεί να εκπληρώσει την αποστολή της και οι πολίτες ευλόγως να αγανακτούν και να διαμαρτύρονται.

Έτσι, το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο αναγκάζεται να ακολουθεί την επετηρίδα, ακόμη και στις περιπτώσεις που είναι πασίδηλο ότι οι υπό προαγωγή Δικαστικοί Λειτουργοί είναι ανίκανοι, ράθυμοι ή προβληματικοί.

Ευλόγως τίθεται το ερώτημα. Είναι δυνατόν να διορθωθεί το πιο πάνω φαινόμενο; Η απάντηση είναι ότι σε μεγάλο βαθμό ναι, εφ’ όσον, κατά την άποψή μας, γίνουν τα ακόλουθα:

  1. Τα όργανα της επιθεώρησης (Πρόεδρος και μέλη του Συμβουλίου επιθεώρησης και επιθεωρητές), όπως ήδη εκθέσαμε, να επιλέγονται από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο με δεκαπενταμελή σύνθεση, και όχι να προκύπτουν από κλήρωση, όπως δυστυχώς ισχύει σήμερα. Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο θα έχει την ευχέρεια να επιλέγει τους ικανούς, τους εργατικούς και τους σεβόμενους το λειτούργημά τους, γενικά δε, τους καταλληλότερους, πράγμα που δεν επιτυγχάνεται πάντα με την κλήρωση.
  2. Τα όργανα της επιθεώρησης να επιλέγονται για μία τουλάχιστον τριετία, να μην αποκλείεται η εκ νέου επιλογή τους, αλλά και να ανακαλείται η επιλογή τους από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, εάν προκύπτει αδυναμία ή αδιαφορία για την εκπλήρωση του καθήκοντος.
  3. Η επιθεώρηση θα πρέπει να εκτείνεται σε όλη την εργασία των επιθεωρούμενων και να έχει ως αντικείμενο την ποιότητα, την ποσότητα της εργασίας, τη βαρύτητα των υποθέσεων, την ταχύτητα εκδόσεως των πολιτικών υποθέσεων και των βουλευμάτων, την ταχύτητα επεξεργασίας των ποινικών υποθέσεων από τους Εισαγγελείς και της καταθέσεως των προτάσεων, την ταχύτητα εκδικάσεως των ποινικών υποθέσεων και τις καθυστερήσεις σε σχέση προς τα ανωτέρω, να αναζητείται δε και η τελική έκβαση των δικασθεισών πολιτικών και ποινικών υποθέσεων, εφ’ όσον ασκήθηκαν ένδικα μέσα, όπως και η τύχη των προσφυγών, επί της δι’ απευθείας κλήσεως, παραπομπής από τους Εισαγγελείς. Περί όλων αυτών, να γίνεται αναφορά στις εκθέσεις επιθεωρήσεως.

Είναι προφανές ότι τα ανωτέρω θα απαιτούν ανάλωση πολύ μεγάλου χρόνου και καταβολή πολύ μεγάλου κόπου από τον επιθεωρητή. Όμως, ο χρόνος επιθεώρησης δεν μπορεί να είναι ούτε χρόνος «αγρανάπαυσης» ούτε χρόνος απλής περιοδείας του επιθεωρητή στην περιφέρεια επιθεωρήσεως.

Η κρατούσα πρακτική, να παραδίδονται στον επιθεωρητή πέντε πολιτικές αποφάσεις ή αντίστοιχες προτάσεις από τους Εισαγγελείς, και με βάση αυτές, αλλά και τις προηγούμενες εκθέσεις επιθεωρήσεως, να κρίνεται ο επιθεωρούμενος, συνιστά εμπαιγμό της επιθεωρήσεως. Άλλωστε, με βάση αυτή την πρακτική, φροντίζουν κάποιοι επιθεωρούμενοι να γράψουν οι ίδιοι, ενίοτε δε και δι’ άλλου, πέντε καλές αποφάσεις ή προτάσεις με στόχο και μόνο την επιθεώρηση, και

  1. Η κρίση και αξιολόγηση ενός επιθεωρητή, να μην αποτελεί «δεδικασμένο» και να μη δεσμεύει τον επόμενο επιθεωρητή.

IΙΙ.        Προαγωγές

Εάν γίνεται σωστή αξιολόγηση από τους επιθεωρητές, δηλαδή σύμφωνα με τα πιο πάνω εκτεθέντα, αυτό θα διευκολύνει το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο να κάνει αξιοκρατικές προαγωγές και μεταθέσεις. Η μη προαγωγή ενός Δικαστικού Λειτουργού τρεις φορές, θα πρέπει να αποτελεί λόγο ο Δικαστικός αυτός Λειτουργός να τεθεί εκτός σώματος, με απόφαση της Ολομελείας του Ακυρωτικού, για ανεπάρκεια, και να ισχύουν γι’ αυτόν περαιτέρω, όσα προβλέπει ο νόμος. Εάν ο παραληφθείς Δικαστικός Λειτουργός είναι προϊστάμενος Δικαστηρίου ή Εισαγγελίας, θα πρέπει να μετατίθεται υποχρεωτικά από τη θέση αυτή, σε Δικαστήριο ή Εισαγγελία που δεν θα εκτελεί χρέη προϊσταμένου. Τέλος, για την προαγωγή στο βαθμό του Αρεοπαγίτη η Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, θα πρέπει να αλλάξει το ισχύον σύστημα, το οποίο απαιτεί υποβολή αιτήσεως από τον υπό προαγωγή, ότι επιθυμεί να προαχθεί.

Για τις προαγωγές δηλαδή στους πιο πάνω βαθμούς, να μην απαιτείται υποβολή αιτήσεως από το Δικαστικό Λειτουργό, στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο.

Το φαινόμενο που παρατηρήθηκε σε πρόσφατες προαγωγές, μετά μάλιστα την απαράδεκτη και προφανώς όχι τυχαία αύξηση των θέσεων των Προέδρων Εφετών κατά 85, να μην έχει κάνει αιτήσεις για προαγωγή, αντίστοιχος αριθμός Προέδρων Εφετών προς τις κενές θέσεις Αρεοπαγιτών, και ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου να καλεί Προέδρους Εφετών και να ζητεί να κάνουν αιτήσεις για τις προαγωγές τους σε Αρεοπαγίτες, πράγμα που ήταν αδιανόητο να συμβεί σε παλαιότερες εποχές, αφού η θέση του Αρεοπαγίτη αποτελούσε καταξίωση για το Δικαστή, δεν είναι απλώς ανεπίτρεπτο. Επιβεβαιώνει την, κατά τα τελευταία έτη, παρακμιακή πορεία και της Δικαιοσύνης, αφού κάποιοι Δικαστικοί Λειτουργοί κατέστησαν τους εαυτούς τους απλούς δημοσίους υπαλλήλους.

Η παράλειψη προαγωγής στο βαθμό του Αρεοπαγίτη ή Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου τρεις φορές, θα πρέπει να αποτελεί λόγο ο δικαστικός αυτός λειτουργός να τεθεί εκτός του δικαστικού σώματος, αφού, όπως είναι πρόδηλο, η αδιαφορία του για την εκτέλεση των καθηκόντων θα είναι δεδομένη, εκτός βεβαίως των περιπτώσεων που η μη εκπλήρωση των καθηκόντων, οφείλεται σε προσωρινή αδυναμία, λόγω π.χ. προβλημάτων υγείας. Ο, με το ισχύον σύστημα, προϊστάμενος Εφετείου ή Εισαγγελίας Εφετών, ο οποίος δεν προάγεται σε Αρεοπαγίτη ή Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, θα πρέπει να εκπίπτει και από τη θέση του προϊσταμένου.

Τέλος, θα πρέπει το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο να έχει το δικαίωμα να προάγει σε θέση Αρεοπαγίτη ή Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου και Εφέτες ή Αντεισαγγελείς Εφετών που διακρίνονται για την επιστημονική αρτιότητα, την εργατικότητα και το ήθος τους, και ευρίσκονται μεταξύ των δεκαπέντε αρχαιοτέρων Εφετών και επτά αρχαιοτέρων Αντεισαγγελέων Εφετών, προκειμένου ο Άρειος Πάγος και η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου να στελεχώνεται από νέους, εργατικούς και επιστημονικά άρτιους Δικαστικούς Λειτουργούς.

ΙV.        Διευθύνοντες τα μεγάλα Δικαστήρια και Εισαγγελίες

Οι διευθύνοντες τα μεγάλα Δικαστήρια και τις μεγάλες Εισαγγελίες της χώρας, θα πρέπει να παύσουν να αναδεικνύονται με εκλογές μεταξύ των μελών αυτών. Θα πρέπει να επιλέγονται από το καθ’ ύλην αρμόδιο θεσμικό όργανο της Δικαιοσύνης, για τις προαγωγές, μεταθέσεις και τοποθετήσεις των Δικαστικών Λειτουργών ήτοι από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο με δεκαπενταμελή σύνθεση και να είναι κατά βαθμό ανώτεροι των υπηρετούντων στα Δικαστήρια και τις Εισαγγελίες αυτές. Ειδικότερα για τα Πρωτοδικεία και Εισαγγελίες Πρωτοδικών, θα πρέπει να επιλέγονται Πρόεδρος Εφετών και Εισαγγελέας Εφετών αντιστοίχως και για τα Εφετεία και Εισαγγελίες Εφετών, Αρεοπαγίτης και Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου αντιστοίχως.

Στα μεγάλα Δικαστήρια και Εισαγγελίες, μόνον η επιλογή, για τη διεύθυνση (διοίκηση) αυτών, κατά βαθμό ανωτέρων και καταλληλοτέρων μπορεί να εξασφαλίζει το συντονισμό και τον καταμερισμό των εργασιών και να εγγυάται την ορθή εποπτεία και τον αποτελεσματικό έλεγχο των υπηρετούντων, σε σχέση προς την εκπλήρωση των καθηκόντων τους. Πέραν τούτων, οι κατά βαθμό ανώτεροι διευθύνοντες με τις γνώσεις και την εμπειρία, μπορούν να δίνουν λύσεις στα όποια υπηρεσιακά προβλήματα ή ζητήματα, να υπερασπίζονται τους εργατικούς και ευσυνειδήτους Δικαστικούς Λειτουργούς, για τα τυχόν λάθη τους και έτσι, οι υπ’ αυτούς Δικαστικοί Λειτουργοί εμπνεόμενοι από τους διευθύνοντες και αισθανόμενοι ασφαλείς, να μπορούν να εκπληρώνουν με σθένος και χωρίς φόβο, το ύψιστο καθήκον τους.

Το σύστημα της ανάδειξης με εκλογές των διευθυνόντων τα μεγάλα Δικαστήρια και Εισαγγελίες της χώρας, αφ’ ενός, καθ’ όσον γνωρίζουμε, δεν ισχύει σε καμία χώρα της Ευρώπης, ίσως δε και του κόσμου, και αφ’ ετέρου, εκτός ολίγων εξαιρέσεων, οδηγεί σε παράλυση της λειτουργίας των πιο πάνω Δικαστηρίων και Εισαγγελιών.

Το τελευταίο, είναι απότοκο του γεγονότος ότι ο εκλεγείς ως διευθύνων, είναι ομοιόβαθμος των υπηρετούντων στις υπηρεσίες αυτές, ενώ πολλές φορές δεν είναι καν ο αρχαιότερος, και ως εκ τούτου είναι αδύνατο να ενεργήσει τα νόμιμα, σε βάρος ομοιοβάθμων συναδέλφων του (πχ αναφορές στην επιθεώρηση κλπ), όταν εκείνοι, μη έχοντες συναίσθηση του λειτουργήματός τους και της αποστολής τους, αδιαφορούν για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους, πολύ μάλιστα περισσότερο όταν αυτοί είναι εκείνοι τους οποίους ο υποψήφιος και εκλεγείς, είχε παρακαλέσει, ενίοτε και με «τραπεζώματα», να τον ψηφίσουν.

Τέλος, εν όψει του ότι το πιο πάνω σύστημα δεν ισχύει σε καμία δημοκρατική χώρα, είναι προφανές ότι η επίκληση, κυρίως από τους «συνδικαλιστές», ότι αυτό αποτελεί «δημοκρατική κατάκτηση», είναι επιχείρημα που στερείται σοβαρότητας. Το αυτοδιοίκητο της Δικαιοσύνης, το οποίο διασφαλίζεται με τα, από το Σύνταγμα προβλεπόμενα, θεσμικά όργανα, δεν μπορεί να διαλαμβάνει αυτοδιοίκητο και «θύλακες αυτονομίας» μέσα στην ίδια τη Δικαιοσύνη, οι οποίοι φαλκιδεύουν τη δικαιοδοσία των θεσμικών οργάνων και κυρίως του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου. Πέραν όμως τούτου, είναι προφανές ότι επιδιώκεται η διατήρηση του συστήματος αυτού, κυρίως από τους συνδικαλιστές, αφού επιτρέπει σ’ αυτούς, με διάφορους τρόπους, να παρεμβαίνουν στις εκλογές, προκειμένου στη συνέχεια, να επιδιώκουν να συμμετέχουν αφανώς στη διοίκηση των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών.

  1. V. Συνθέσεις ποινικών δικαστηρίων

Πρέπει να καταργηθεί ο ορισμός των συνθέσεων των ποινικών Δικαστηρίων με κλήρωση, η οποία να παραμείνει μόνο για τις περιπτώσεις που θα πρόκειται να εκδικασθούν υποθέσεις με πολιτική χροιά ή υποθέσεις τρομοκρατίας.

Οι συνθέσεις των ποινικών Δικαστηρίων θα πρέπει να ορίζονται από τους διευθύνοντες τα Δικαστήρια, σε συνεργασία με τους δύο αρχαιοτέρους Δικαστές του Δικαστηρίου (χωρίς να μπορούν να μετέχουν Δικαστές που έχουν παραληφθεί σε προαγωγές), και τους διευθύνοντες τις Εισαγγελίες, με στόχο, κατά την εκδίκαση σοβαρών και πολύπλοκων υποθέσεων, να μετέχουν στα δικαστήρια οι ικανότεροι Δικαστές και Εισαγγελείς. Είναι αληθώς ακατανόητο, οι πάσης μορφής κακοποιοί, απατεώνες, πλαστογράφοι, καταχραστές περιουσίας του Δημοσίου κλπ και γενικότερα οι πάσης μορφής εγκληματίες, να έχουν το δικαίωμα να ορίζουν τον καλύτερο, κατά την κρίση τους, συνήγορο και να μην μπορεί η Δικαιοσύνη να ορίζει τα καλύτερα στελέχη της, για την εκδίκαση των σοβαρών και πολυπλόκων υποθέσεων. Αυτό εξάλλου θα οδηγήσει στο μάταιο υποβολής αιτημάτων αναβολής εκδικάσεως τέτοιων υποθέσεων, προκειμένου να προκύψει «καταλληλότερη», για τον κατηγορούμενο, σύνθεση.

Η επίκληση, εξάλλου, από διαφόρους του επιχειρήματος ότι δια της κληρώσεως προκύπτει δήθεν ο φυσικός Δικαστής, στερείται βασιμότητας, αν δεν είναι υστερόβουλη. Φυσικοί Δικαστές και Εισαγγελείς, για την εκδίκαση των πολιτικών και ποινικών υποθέσεων που εισάγονται σε ένα Δικαστήριο, είναι όλοι οι Δικαστές και Εισαγγελείς που υπηρετούν στο Δικαστήριο αυτό και την Εισαγγελία, από τους οποίους, εν τέλει, οι διευθύνοντες (ως προς τα Δικαστήρια, με την επικουρία των δύο αρχαιοτέρων Δικαστών), θα επιλέγουν τους αξιωτέρους, για την εκδίκαση των ποινικών υποθέσεων, ενώ εν σχέσει προς τις πολιτικές υποθέσεις, την επιλογή κάνουν οι Πρόεδροι των τμημάτων.

Αν ήταν ορθό ότι φυσικός Δικαστής είναι μόνον εκείνος που προκύπτει από την κλήρωση, τότε οι εκδικάζοντες, πολιτικές υποθέσεις, Δικαστές, είτε ως Πρόεδροι των τμημάτων, είτε οι οριζόμενοι ως εισηγητές από τους Προέδρους των τμημάτων, είτε τέλος οι οριζόμενοι για εκδίκαση υποθέσεων ειδικών διαδικασιών, δεν θα είναι οι φυσικοί Δικαστές, αφού δεν θα έχουν προκύψει μετά από κλήρωση.

  1. VI. Ορισμός του αριθμού των προς εκδίκαση υποθέσεων και χρόνος εκδόσεως των αποφάσεων

Ο αριθμός των προς εκδίκαση πολιτικών υποθέσεων, θα πρέπει να ορίζεται από τον διευθύνοντα το Δικαστήριο, που φυσικά δεν θα πρέπει να έχει αναδειχθεί με εκλογές. Το κρατούν σήμερα σύστημα, να ορίζουν οι ίδιοι οι Δικαστές μέσω των Ολομελειών, τον αριθμό των υποθέσεων που επιθυμούν να εκδικάζονται σε κάθε δικάσιμο και ο οποίος είναι μικρός, είναι όχι μόνον παράδοξο αλλά και πρωτόφαντο, αφού καθ’ όσον γνωρίζουμε, δεν ισχύει σε κάποια χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πέραν τούτου είναι και παράλογο να ορίζουν οι ίδιοι οι Δικαστές αν θέλουν να εργάζονται και πόσο θέλουν να εργάζονται.

Για τον ορισμό των προς εκδίκαση υποθέσεων, κρίσιμο στοιχείο προς σύγκριση μπορεί να είναι ο αριθμός των αποφάσεων που εξέδιδαν οι Δικαστές παλαιότερα. Επί υποθέσεων εκουσίας δικαιοδοσίας, όπως π.χ. προσημειώσεις, δημοσιεύσεις διαθηκών κλπ, ως προς τις οποίες, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, δεν απαιτείται, όπως είναι πασίδηλο, πολύς χρόνος για τη μελέτη και έκδοση αποφάσεων, θα πρέπει ο αριθμός των προσδιοριζομένων προς εκδίκαση, υποθέσεων, να είναι μεγάλος, ώστε οι αποφάσεις επί των υποθέσεων αυτών, να εκδίδονται όχι μετά πάροδο τεσσάρων ή πέντε μηνών, αλλά εντός το πολύ δεκαπέντε ημερών, όπως ίσχυε πριν από είκοσι πέντε περίπου χρόνια.

Εξάλλου, ο αριθμός των προς εκδίκαση ποινικών υποθέσεων να ορίζεται από τους διευθύνοντες τις Εισαγγελίες. Οι αποφάσεις των πολιτικών Δικαστηρίων θα πρέπει να εκδίδονται υποχρεωτικά εντός πέντε το πολύ μηνών (πριν από 25 περίπου χρόνια, με φόρτο δυσβάστακτο, εκδίδονταν εντός δύο μηνών) από τη συζήτηση των υποθέσεων, προθεσμία η οποία μόνο κατ’ εξαίρεση και εφόσον πρόκειται περί σοβαρής υποθέσεως, θα πρέπει να παρατείνεται μετά από σύμφωνη γνώμη του Προέδρου του Τμήματος και του διευθύνοντος το Δικαστήριο. Η παραβίαση της πιο πάνω προθεσμίας να έχει ως συνέπεια την πειθαρχική δίωξη του Δικαστού.

Η πιο πάνω προθεσμία θα ισχύει και για την κατάθεση των προτάσεων από τους Εισαγγελείς επί των ποινικών υποθέσεων και την έκδοση των βουλευμάτων από τα Συμβούλια. Είναι αυτονόητο ότι τα ανωτέρω θα ισχύουν και για τους Αρεοπαγίτες και Αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου, αφού θα ήταν παράδοξο να οδηγούνται με πειθαρχικές διώξεις ενώπιον των πειθαρχικών Συμβουλίων, Δικαστές και Εισαγγελείς Πρώτου και Δευτέρου βαθμού, για πειθαρχικά αδικήματα που και οι ίδιοι τελούν.

Περιττό να σημειώσουμε ότι σήμερα δεν τιμούν τη Δικαιοσύνη οι καθυστερήσεις στην έκδοση αποφάσεων, όχι μόνο στο πρώτο και δεύτερο βαθμό, αλλά και στον Άρειο Πάγο.

Έτσι, δεν είναι παράδοξο το γεγονός ότι ουδείς σχεδόν ελέγχεται πειθαρχικά και ότι οι πάντες προάγονται κατά την επετηρίδα.

Περιττό να σημειώσουμε ότι η ταχύτητα εκδόσεως των αποφάσεων,  αφ’ ενός θα εμπεδώσει το συναίσθημα εμπιστοσύνης των πολιτών προς τη Δικαιοσύνη και αφ’ ετέρου θα αποτρέπει την καταδίκη της χώρας μας από το ΕΔΔΑ, για παραβίαση της ΕΣΔΑ, και ειδικότερα του άρθρου 6 αυτής, επειδή οι πολιτικές αποφάσεις δεν εκδίδονται και οι ποινικές αποφάσεις δεν εκδικάζονται εντός ευλόγου χρόνου.

VII.       Πρόσληψη ως συμβούλων εν ενεργεία Δικαστικών Λειτουργών

  1. Με το άρθρο 89 παρ. 2 του Συντάγματος, ορίζονται οι κατ’ εξαίρεση, πέραν των κύριων καθηκόντων, περιπτώσεις δραστηριοτήτων των εν ενεργεία Δικαστικών Λειτουργών.

Στις περιπτώσεις αυτές, δεν περιλαμβάνεται η πρόσληψη ως συμβούλων εν ενεργεία Δικαστικών Λειτουργών από τον Υπουργό Δικαιοσύνης ή κάποιον άλλον Υπουργό. Τούτο σημαίνει ότι με την κρατούσα διαχρονικά, μέχρι σήμερα, πρακτική, να αποσπώνται εν ενεργεία Δικαστικοί Λειτουργοί στο Υπουργείο Δικαιοσύνης ως σύμβουλοι του Υπουργού, παραβιάζεται ευθέως η πιο πάνω διάταξη του Συντάγματος.

Κατά πάσα περίπτωση και πέρα της Συνταγματικής απαγορεύσεως, θα πρέπει να παύσει η πιο πάνω πρακτική. Οι εν ενεργεία Δικαστικοί Λειτουργοί οφείλουν να ασχολούνται με τα καθήκοντά τους και δεν έχουν καμία δουλειά να «παρέχουν συμβουλές» στον Υπουργό Δικαιοσύνης. Εάν ο τελευταίος θέλει γνώμη για ζητήματα που αφορούν στη λειτουργία της Δικαιοσύνης, μπορεί κάλλιστα να ζητεί την άποψη των Ολομελειών του Αρείου Πάγου και της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ή έστω του Προέδρου και Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου.

Είναι βεβαίως επιτρεπτή, με βάση την πιο πάνω Συνταγματική διάταξη, η συμμετοχή εν ενεργεία Δικαστικών Λειτουργών σε νομοπαρασκευαστικές επιτροπές, οι οποίοι θα πρέπει να επιλέγονται από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, μεταξύ των αρίστων και ικανών για την εκπλήρωση αυτού του καθήκοντος. Οι συμμετέχοντες στις νομοπαρασκευαστικές επιτροπές, εν ενεργεία Δικαστικοί Λειτουργοί, μόνοι ή μαζί με τους τυχόν συμμετέχοντες καταξιωμένους συνταξιούχους Δικαστικούς Λειτουργούς, ως γνωρίζοντες καλύτερα παντός άλλου, τα προκύπτοντα προβλήματα και ζητήματα εκ της εφαρμογής του Δικαίου, θα πρέπει να αποτελούν την πλειοψηφία των μελών αυτών και όχι να είναι μια ελάχιστη μειοψηφία.

  1. Οι αποχωρούντες από το Δικαστικό Σώμα, Δικαστικοί Λειτουργοί, επί τέσσερα τουλάχιστον έτη μετά την αποχώρησή τους, να μην μπορούν να καταλάβουν οποιαδήποτε δημόσια θέση.
  2. Οι Δικαστικοί Λειτουργοί που αποχωρούν με τους βαθμούς του Προέδρου ή Εισαγγελέα Εφετών και άνω, να μην επιτρέπεται να ασκήσουν δικηγορία. Τούτο δεν μπορεί να ισχύσει για τους κατωτέρους των ως άνω βαθμών, καθ’ όσον η διέξοδος αυτή θα δίδει στους νεώτερους Δικαστικούς Λειτουργούς τη δυνατότητα να εκπληρώνουν με σθένος τα καθήκοντά τους και χωρίς το φόβο να εκδιωχθούν από το Δικαστικό Σώμα, και να μην έχουν δυνατότητα εργασίας.

VIII.      Ορθή και αξιοκρατική επιλογή των επιθυμούντων να ενταχθούν στο Δικαστικό Σώμα

Για να επιτευχθεί τούτο απαιτείται:

  1. Εισαγωγή στο Δικαστικό Σώμα με διαγωνισμό ίσου αριθμού ανδρών και γυναικών (ποσόστωση), εφ’ όσον αυτό είναι εφικτό.
  2. Γραπτές και προφορικές εξετάσεις με επιμερισμό της βαθμολογίας στο 50%.
  3. Συμμετοχή στην επιτροπή εξετάσεων των αρίστων, κατά κοινή παραδοχή, Δικαστικών Λειτουργών, οι οποίοι θα αποτελούν την πλειοψηφία της επιτροπής και θα επιλέγονται από τις Ολομέλειες του Αρείου Πάγου για τους δικαστές και Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου για τους Εισαγγελείς. Αρκεί μία και μόνο επιτροπή για τις γραπτές και προφορικές εξετάσεις. Το ισχύον σύστημα υποβιβάζει τους επιλεγμένους δικαστικούς λειτουργούς αφού αμφισβητεί την αντικειμενικότητα και την αμεροληψία τους.
  4. Κατάργηση ως εξεταστέου μαθήματος, του μαθήματος γενικής παιδείας («εκθέσεως ιδεών»). Η ορθή ή μη έκφραση των σκέψεων και η ορθή ή μη χρήση της γλώσσας, να συνεκτιμώνται κατά την εξέταση ενός εκάστου των λοιπών εξεταζόμενων μαθημάτων.
  5. Οι επιτυγχάνοντες σε κάθε διαγωνισμό να διορίζονται απ’ ευθείας ως πάρεδροι σε μεγάλα Πρωτοδικεία και Εισαγγελίες της χώρας και να παραμένουν επί τριετία στη θέση αυτή. Κατά τους πρώτους έξι μήνες να συμμετέχουν στις διασκέψεις και να ανεβαίνουν στις έδρες για την απόκτηση εμπειρίας, χωρίς να συμμετέχουν ενεργά στην εκδίκαση των υποθέσεων (πολιτικών και ποινικών), ενώ στη συνέχεια να συμμετέχουν ενεργά, με χρέωση υποθέσεων και εντεύθεν παραγωγή έργου, βάσει του οποίου θα ελέγχεται, κατά τη διάρκεια της τριετίας, η απόδοση, το ήθος, η κρίση, η ικανότητα και η ψυχική ισορροπία, προκειμένου όταν λήξει η τριετία, να κριθεί εάν θα πρέπει να ενταχθούν οριστικά στο δικαστικό σώμα.

Τα ανωτέρω σημαίνουν, όπως είναι πρόδηλο, ότι η Σχολή Δικαστών, στην οποία απλώς επαναλαμβάνονται οι θεωρίες και διεξάγονται εικονικές δίκες (δεν θα εκπαιδεύονταν αλήθεια, καλύτερα, εάν θα συμμετείχαν σε πραγματικές και όχι εικονικές δίκες;) είναι περιττή και θα πρέπει να καταργηθεί. Τούτο όχι μόνον διότι στην πράξη ουδέν συνεισφέρει, αλλά και διότι δημιουργεί «ελιτισμό» και αλαζονεία.

Η Σχολή μπορεί να υπάρχει για τη λειτουργία σεμιναρίων, στα οποία να συζητούνται ζητήματα που ανακύπτουν από την καθημερινή πρακτική κατά τη λειτουργία των Δικαστηρίων, και στα οποία να συμμετέχουν εκ περιτροπής, υποχρεωτικά, όλοι οι Δικαστικοί Λειτουργοί του πρώτου βαθμού και οι νεοπροαγώμενοι στο δεύτερο βαθμό.

  1. Οι υποψήφιοι να έχουν συμπληρώσει το εικοστό όγδοο έτος της ηλικίας τους και να έχουν ενεργή δικηγορία τουλάχιστον τριών ετών. Ο χρόνος ενεργού δικηγορίας θα προσφέρει στους Δικαστικούς Λειτουργούς τη δυνατότητα να γνωρίζουν τον τρόπο λειτουργίας της Δικαιοσύνης και από τα έδρανα των δικηγόρων, στοιχείο που θα τους δίνει τη δυνατότητα να αντιλαμβάνονται καλύτερα τις υποθέσεις που θα εκδικάζουν ως Δικαστικοί Λειτουργοί.

IΧ.        Απεργία ή αποχή των Δικαστικών Λειτουργών

Απεργία ή αποχή των Δικαστικών Λειτουργών από τα καθήκοντά τους, έστω και για ελάχιστο χρόνο, είναι όχι μόνο παράνομη ως αντισυνταγματική (άρθρο 23 παρ. 2 του Συντάγματος) αλλά και αδιανόητη, αφού στερεί από τους πολίτες την έννομη προστασία, την οποία κατά το άρθρο 20 του Συντάγματος δικαιούνται να έχουν. Την ικανοποίηση των όποιων δικαίων αιτημάτων τους οι Δικαστικοί Λειτουργοί θα πρέπει να επιδιώκουν με θεσμικό τρόπο και όχι με απεργία ή αποχή από τα καθήκοντά τους, που οδηγεί στον ευτελισμό της Δικαιοσύνης, ως Λειτουργίας του Κράτους.

Χ.         Ωράριο λειτουργίας των Δικαστηρίων

Τα Δικαστήρια δεν μπορεί να λειτουργούν με ωράριο δημοσίων υπηρεσιών και μάλιστα με χρόνο απασχολήσεως μικρότερο και εκείνου των δημοσίων υπαλλήλων, όπως δεν λειτουργούν με ωράριο και οι φορείς των άλλων δύο Λειτουργιών του Κράτους.

Οι συνεδριάσεις των Δικαστηρίων μπορεί να διακόπτονται ή επ’ ολίγον χρόνον, χάριν αναψυχής των μελών των και των λοιπών παραγόντων της δίκης ή λόγω καμάτου των ανωτέρω, οπότε συνεχίζονται την επόμενη, μεθεπόμενη κλπ ημέρα και μέχρι εξαντλήσεως των εγγεγραμμένων στο πινάκιο υποθέσεων.

Αυτό ισχύει σε όλα τα Ευρωπαϊκά και όχι μόνο κράτη, στα οποία τα Δικαστήρια, με διακοπή μιας ώρας το μεσημέρι, συνεδριάζουν μέχρι περίπου την 20η ώρα, οπότε και διακόπτουν ευλόγως λόγω καμάτου.

Στην πατρίδα μας οι κ.κ. δικηγόροι είχαν αρχικά αποφασίσει ωράριο λειτουργίας των Δικαστηρίων μέχρι την 16η ώρα, μετά δε από την ώρα αυτή αποχωρούσαν από τα Δικαστήρια, και ήλθαν στη συνέχεια οι γραμματείς και αποφάσισαν να παραμένουν στις έδρες μέχρι την 15η ώρα, ενώ στα ευρωπαϊκά κράτη, το χρόνο λειτουργίας των Δικαστηρίων τον καθορίζουν αυτά και μόνο.

Όμως η Δικαιοσύνη δεν λειτουργεί για να εξυπηρετούνται τα επαγγελματικά συμφέροντα οποιουδήποτε. Λειτουργεί χάριν και υπέρ των πολιτών, οι οποίοι έχουν δικαίωμα στην ταχεία παροχή εννόμου προστασίας (άρθρο 20 του Συντάγματος), πράγμα που δυστυχώς δεν συμβαίνει λόγω και του περιορισμένου χρόνου λειτουργίας των Δικαστηρίων, με εντεύθεν συνέπεια την κατ’ επανάληψη καταδίκη της χώρας μας από το ΕΔΔΑ.

ΧΙ.        Επιλογή για ειδικές θέσεις

Για τον ορισμό Δικαστικών Λειτουργών σε ειδικές θέσεις, να αποφασίζει το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο με δεκαπενταμελή σύνθεση, να έχουν το δικαίωμα να υποβάλουν αιτήσεις όσοι Δικαστικοί Λειτουργοί επιθυμούν να τοποθετηθούν στις θέσεις αυτές και να επιλέγεται ο αξιώτερος και καταλληλότερος για την κάθε θέση. Ο χρόνος παραμονής των οριζομένων Δικαστικών Λειτουργών σε θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να μην υπερβαίνει τα τέσσερα έτη.

ΧΙΙ.       Δικαστικές Ενώσεις.

Τα μέλη των Διοικήσεων των Δικαστικών Ενώσεων, που φυσικά δεν είναι και δεν μπορεί να είναι επαγγελματικά σωματεία, θα πρέπει να δρουν εντός των ορίων που αναγράφονται στο καταστατικό, αλλά και που επιβάλλει η ιδιότητά τους ως Δικαστικών Λειτουργών. Τα ανωτέρω, περαιτέρω, σημαίνουν ότι δεν μπορεί να αποφασίζουν και να ενεργούν με κομματικές οπισθοβουλίες ή άλλα ελατήρια, αλλά πάντα με βάση την ιδιότητά τους ως Δικαστικών Λειτουργών.

Γ.        Επιλογή της ηγεσίας της τακτικής Δικαιοσύνης

Το υπάρχον σύστημα επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης από την εκάστοτε Κυβέρνηση, και μάλιστα χωρίς κανένα περιορισμό, ως προς τις δυνατότητες επιλογής των προσώπων (τέτοιος θα ήταν π.χ. η επιλογή να γίνεται μεταξύ των πέντε αρχαιοτέρων), αναμφίβολα δεν είναι το καλύτερο, αφού μπορεί να φαλκιδεύσει της ανεξαρτησία της, εάν οι εκάστοτε Κυβερνήσεις προσπαθούν να επεμβαίνουν στη Δικαιοσύνη, και οι επιλεγέντες στις θέσεις της ηγεσίας, ενδίδουν.

Προσωπικά, σε σχέση προς τον τρόπο επιλογής της ηγεσίας της τακτικής Δικαιοσύνης, θα στοιχηθούμε, εν μέρει, με τη θέση της πλήρους Διοικητικής Ολομελείας του Αρείου Πάγου, υπό την προεδρία του αειμνήστου Προέδρου Στέφανου Ματθία, και ειδικότερα ως προς την επιλογή του Προέδρου και των Αντιπροέδρων του Αρείου Πάγου, έστω και με κάποιες επιφυλάξεις, που απορρέουν από το φόβο μας μήπως ο Άρειος Πάγος μεταβληθεί σε θέατρο αντιπαραθέσεων, λόγω θεμιτών ή μη ανταγωνισμών και υπογείων διεργασιών, με αφετηρία είτε άμετρες φιλοδοξίες, είτε άλλους λόγους, η εξειδίκευση των οποίων παρέλκει, με συνέπεια να επικρατεί διχασμός (άλλωστε, αυτό είναι το «σαράκι» των Ελλήνων από την αρχαιότητα) και να μην υπάρχει η απαιτούμενη γαλήνη και ηρεμία, με τις οποίες πρέπει να λειτουργεί το Ακυρωτικό.

Η θέση – πρόταση της πλήρους Διοικητικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, σε σχέση προς την επιλογή των Προέδρου και  Αντιπροέδρων του Αρείου Πάγου είναι η ακόλουθη:

α.         Η επιλογή των Αντιπροέδρων του Αρείου Πάγου, να γίνεται από την Ολομέλειά του, με μυστική ψηφοφορία των μελών της, και

β.         Η επιλογή του Προέδρου του Αρείου Πάγου, να γίνεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, μεταξύ των τριών αρχαιοτέρων Αντιπροέδρων.

Σε σχέση  προς την επιλογή του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η θέση της Ολομελείας του Αρείου Πάγου είναι να επιλέγεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, μεταξύ των τριών αρχαιοτέρων Αντιπροέδρων  του Αρείου Πάγου και των τριών αρχαιοτέρων Αντεισαγγελέων του Αρείου Πάγου.

Η θέση αυτή της Ολομελείας του Αρείου Πάγου, σε σχέση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάφου, κατά την άποψή μας δεν είναι η ορθότερη.

Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου θα πρέπει να επιλέγεται μόνον από τους Αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου, όπως προβλεπόταν και στο σχέδιο Αναθεωρήσεως του Συντάγματος, το έτος 2001, το οποίο κατά το σημείο τούτο άλλαξε δυστυχώς, στη συζήτηση ενώπιον της Ολομελείας της Βουλής, και ειδικότερα, να επιλέγεται μεταξύ των πέντε αρχαιοτέρων Αντεισαγγελέων, για τους ακολούθους, μεταξύ των άλλων, λόγους:

  1. Με το ψηφισθέν, το έτος 1975 και ισχύον Σύνταγμα, η Εισαγγελική Αρχή και οι Εισαγγελικοί Λειτουργοί εντάχθηκαν στους Δικαστικούς Λειτουργούς
  2. Σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 4 του ν. 1756/1988 «Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών», «Η Εισαγγελία είναι δικαστική Αρχή, ανεξάρτητη από τα Δικαστήρια και την Εκτελεστική εξουσία». Τούτο σημαίνει ότι δεν είναι επιτρεπτό να επιλέγεται ως επικεφαλής της ανεξάρτητης από τα Δικαστήρια, Εισαγγελικής Αρχής, μέλος των Δικαστηρίων (Δικαστών), αφού με τον τρόπο αυτό φαλκιδεύεται η ανεξαρτησία της Εισαγγελικής Αρχής.

Εκ τούτου παρέπεται ότι η διάταξη του Συντάγματος, που επιτρέπει τούτο, δεν είναι ορθή (μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «αντισυνταγματική» εντός του Συντάγματος διάταξη), και θα πρέπει σε μελλοντική αναθεώρηση να καταργηθεί.

  1. Η θέση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αποτελεί τη φυσική εξέλιξη και κατάληξη των Εισαγγελέων, στους οποίους κατά τη φύση της ανήκει, όπως άλλωστε η θέση του Προέδρου του Αρείου Πάγου, αποτελεί και πρέπει να αποτελεί τη φυσική εξέλιξη και κατάληξη των Δικαστών, στους οποίους κατά τη φύση της ανήκει.
  2. Με την επιλογή του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου από τους Αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου και μόνον, αφ’ ενός αποκαθίσταται η τάξη και οι επιβαλλόμενες ισορροπίες μεταξύ Δικαστών και Εισαγγελέων ως ισοτίμων αλλά και ανεξαρτήτων μεταξύ των Δικαστικών Λειτουργών και αφ’ ετέρου παύει να υπάρχει ένα πρόβλημα, που έχει προεχόντως ηθική διάσταση.
  3. Είναι πρόδηλο ότι οι Εισαγγελείς, ως γνωρίζοντες τον τρόπο λειτουργίας των Εισαγγελιών, τα καθήκοντα των Εισαγγελέων και τον τρόπο που πρέπει να δρουν για να τα εκπληρώσουν, εν όψει της συνεχούς υπηρεσίας τους στις Εισαγγελίες, θα μπορούν να ανταποκριθούν πλήρως στα καθήκοντα του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου.

Τούτο δεν μπορεί να ισχύσει και για τους λειτουργούντες επί τριάντα πέντε περίπου χρόνια ως  Δικαστές, οι οποίοι, ως εκ τούτου, αγνοούν πλήρως τα καθήκοντα των Εισαγγελέων και τον τρόπο λειτουργίας και δράσεών τους.

Με βάση όλα τα ανωτέρω, είναι ορθές οι αποφάσεις των Κυβερνήσεων των τελευταίων ετών, που επέλεξαν διαδοχικά τρεις Εισαγγελείς του Αρείου Πάγου, από τους Αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου, τακτική η οποία θα πρέπει να συνεχισθεί.

Τέλος, θεωρούμε αναγκαίο να επισημάνουμε ότι μέχρι να γίνει, και αν γίνει, η αναθεώρηση του Συντάγματος, ως προς τον τρόπο επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, με βάση τις ανωτέρω θέσεις, και εν όσω θα γίνεται η επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης από την εκάστοτε Κυβέρνηση, θεωρούμε ότι είναι προβληματική συνταγματικά, αλλά και περιττή η διαδικασία εμφανίσεως των υποψηφίων Δικαστικών Λειτουργών προς επιλογή, ενώπιον της Ολομελείας των Προέδρων της Βουλής, καθ’ όσον, ανεξαρτήτως του ότι η απόφασή της έχει απλώς γνωμοδοτικό χαρακτήρα, παραβιάζει την, με το άρθρο 26 του Συντάγματος, θεσπιζομένη αρχή της διακρίσεως των εξουσιών, αφού εκτός από την Κυβέρνηση, που κάνει τις επιλογές της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, οι υποψήφιοι προς επιλογή, Δικαστικοί Λειτουργοί, εμφανίζονται να ελέγχονται και να κρίνονται και από μία ακόμη εκ των Λειτουργιών του Κράτους, δηλαδή τη νομοθετική.

Δ.        Δικηγόροι

Σύμφωνα με το άρθρο 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων, οι δικηγόροι είναι συλλειτουργοί της Δικαιοσύνης. Από την υψίστη αυτή ιδιότητά τους, η οποία, όπως είναι προφανές, θα πρέπει να προτάσσεται των επαγγελματικών τους συμφερόντων, προκύπτει το εύρος των ευθυνών και των υποχρεώσεών τους, για την απρόσκοπτη και ορθή λειτουργία της Δικαιοσύνης, της οποίας αποτελούν τον έναν από τους τρεις πυλώνες. Τα ανωτέρω σημαίνουν ότι η επιβολή ωραρίου λειτουργίας των Δικαστηρίων δεν είναι συμβατή και νοητή προς την ιδιότητα του συλλειτουργού, την οποία οι δικηγόροι φέρουν, ενώ εξάλλου, στις απεργίες, εφ’ όσον ήθελε θεωρηθούν συμβατές προς την πιο πάνω ιδιότητα, θα πρέπει οι δικηγόροι να καταφεύγουν ως λύση καταστάσεως ανάγκης, εν όψει του ότι αυτά (ωράριο – απεργίες), οδηγούν σε παράλυση της λειτουργίας της Δικαιοσύνης, ήτοι της μιας εκ των τριών Λειτουργιών του Κράτους, της οποίας είναι συλλειτουργοί.

Παράλυση όμως της Δικαιοσύνης σημαίνει, αφ’ ενός παράλυση λειτουργίας του Κράτους, που δεν είναι νοητή, και αφ’ ετέρου στέρηση από τον πολίτη του συνταγματικού του δικαιώματος για παροχή εννόμου προστασίας.

Εν όψει τούτων, είναι προφανές ότι οι δικηγόροι την προστασία των επαγγελματικών τους συμφερόντων, εφ’ όσον αυτά θίγονται, θα πρέπει κατ’ αρχάς να επιδιώκουν με άλλους τρόπους και μέσα, εκτός της απεργίας, η οποία θα πρέπει να αποτελεί το έσχατο μέσο πίεσης προς την Πολιτεία, ενώ εξάλλου, η τελευταία θα πρέπει να προσπαθεί να ικανοποιεί, εντός των ορίων του εφικτού, τα όποια δίκαια αιτήματά τους, ώστε να τους αποτρέπει να καταφεύγουν, για την επίλυσή τους, στο έσχατο μέσο της απεργίας, που συνεπάγεται παράλυση της Δικαιοσύνης.

Δεν θα ήταν άσκοπο να σημειώσουμε ότι ο αμοιβαίος σεβασμός Δικαστικών Λειτουργών και δικηγόρων κατά την άσκηση των καθηκόντων τους είναι αυτονόητος.

Όπως θα πρέπει να είναι αυτονόητη και η προσπάθεια των διοικήσεων των Δικηγορικών Συλλόγων, για την αναγέννηση και ανύψωση του Δικηγορικού Λειτουργήματος, το οποίο θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι, λόγω κυρίως του μεγάλου αριθμού δικηγόρων, σε σχέση προς τον πληθυσμό της Ελλάδος, αλλά και σε σύγκριση προς τα κράτη της Ευρώπης, δεν κινείται πάντοτε εντός των ορίων δεοντολογίας που χαράσσει ο Κώδικας περί Δικηγόρων.

Το πώς μπορεί να επιτευχθεί αυτό, είμεθα βέβαιοι ότι οι Διοικήσεις των Συλλόγων των Δικηγόρων το γνωρίζουν και μπορεί να το επιδιώξουν. Αρκεί να το θελήσουν.

Σε τούτο αναμφιβόλως μπορεί να βοηθηθούν αν λάβουν υπόψη τον τρόπο οργανώσεως και λειτουργίας των Δικηγορικών Συλλόγων σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Τέλος, οι Δικηγορικοί Σύλλογοι, θα πρέπει να μην εγγράφουν ως μέλη τους, Δικαστικούς Λειτουργούς που αποχώρησαν με τους βαθμούς του Προέδρου ή Εισαγγελέα Εφετών και άνω.

Ε.        Γραμματείς Δικαστηρίων

Οι Γραμματείς των Δικαστηρίων αποτελούν έναν από τους τρεις πυλώνες της Δικαιοσύνης, λόγος για τον οποίο θα πρέπει να έχουν συγκρότηση, για να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των καθηκόντων τους, αλλά και συναίσθηση της αποστολής τους, αφού και αυτοί είναι υπηρέτες των πολιτών.

Εν όψει και των ανωτέρω, είναι πρόδηλο ότι ως υπάλληλοι των γραμματειών των Δικαστηρίων θα πρέπει να προσλαμβάνονται προεχόντως, πτυχιούχοι πανεπιστημιακών και κυρίως νομικών σχολών, με πανελλήνιους διαγωνισμούς, διεξαγόμενους ανά τριετία. Ως γραμματείς στις έδρες των Δικαστηρίων, θα πρέπει να συμμετέχουν οι ικανότεροι και εγκρατέστεροι, οι οποίοι και να αμείβονται διά την τυχόν πέραν του ωραρίου, απασχόλησή τους. Είναι αυτονόητο ότι οι γραμματείς θα πρέπει να αξιολογούνται, και με βάση την αξιολόγηση να προάγονται.

Οι προσλήψεις των Δικαστικών Επιμελητών να γίνονται επίσης με διαγωνισμούς, στους οποίους να συμμετέχουν κάτοχοι απολυτηρίου Λυκείου και να μην επιτρέπεται η μετάταξή τους σε θέσεις γραμματέων. Το μέχρι σήμερα ισχύον καθεστώς, να προσλαμβάνονται με διάφορες μεθοδεύσεις Δικαστικοί Επιμελητές και στη συνέχεια να μετατάσσονται στη γραμματεία των Δικαστηρίων, αφ’ ενός είναι επιεικώς απαράδεκτο και αφ’ ετέρου δεν είναι συμβατό με το άρθρο 103 του Συντάγματος, που ορίζει τον τρόπο προσλήψεως των δημοσίων υπαλλήλων.

Είναι αναγκαίο να επισημάνουμε ότι συνιστά ομηρεία της Δικαιοσύνης και μη σύμφωνη συμπεριφορά προς την ιδιότητά τους και τον Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων, η εμμονή στη θέση από το συνδικαλιστικό όργανο των γραμματέων, να μη λειτουργούν τα Δικαστήρια πέραν του ωραρίου των δημοσίων υπηρεσιών, πράγμα που έχει ως συνέπεια την ακύρωση του σκοπού υπάρξεως και λειτουργίας της Δικαιοσύνης, που είναι η παροχή εννόμου προστασίας τους πολίτες, την οποία επιτάσσει το Σύνταγμα.

Άλλωστε, σύμφωνα με το άρθρο 53 του Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων, οι τελευταίοι οφείλουν να εργάζονται πέραν από το ωράριο εργασίας, εφ’ όσον υπάρχουν εξαιρετικές υπηρεσιακές ανάγκες.

Εν όψει και των εκτεθέντων για το θέμα αυτό, σε άλλη θέση, είναι επιβεβλημένο να παύσει αυτή η ομηρεία της Δικαιοσύνης.

ΣΤ.      Ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και των Δικαστικών Λειτουργών

Η προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία των Δικαστικών Λειτουργών, η οποία αποτελεί το θεμέλιο της αμεροληψίας και αντικειμενικότητας, είναι θωρακισμένη με Συνταγματική διάταξη, και ειδικότερα εκείνη του άρθρου 87 του Συντάγματος, ενώ εξ άλλου η Δικαστική Λειτουργία είναι μία από τις τρείς Λειτουργίες του Κράτους και είναι ανεξάρτητη από τις άλλες δύο, ήτοι την εκτελεστική και τη νομοθετική.

Από τα ανωτέρω παρέπεται ότι: α. Η Εκτελεστική και Νομοθετική Λειτουργία, όλες οι Αρχές του Κράτους, μεταξύ των οποίων και οι ονομαζόμενες ανεξάρτητες, αλλά ακόμη και ο Τύπος, έχουν υποχρέωση και καθήκον να σέβονται την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και να μην παρεμβαίνουν στο έργο της με οποιονδήποτε τρόπο, και β. οι Δικαστικοί Λειτουργοί έχουν δικαίωμα και καθήκον να αποκρούουν οποιασδήποτε μορφής παρεμβάσεις στο έργο τους και να ενεργούν πάντοτε κατά την απονομή του Δικαίου, με αμεροληψία και αντικειμενικότητα, εφαρμόζοντας το νόμο και ακούγοντας τη φωνή της συνειδήσεώς τους.

Αυτά δεν σημαίνουν βεβαίως ότι η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και των Δικαστικών Λειτουργών είναι άνευ άλλου δεδομένη και ότι δεν υπάρχουν διαθέσεις παρεμβάσεων στο έργο της και κίνδυνος φαλκίδευσής της. Οι παράγοντες που μπορεί να επιδιώκουν την φαλκίδευση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, είναι είτε εξωτερικοί και άσχετοι με τη Δικαιοσύνη είτε εσωτερικοί, δηλαδή παράγοντες που έχουν σχέση με τους ίδιους τους Δικαστικούς Λειτουργούς και τη Δικαιοσύνη.

Στην πρώτη κατηγορία μπορεί να περιληφθούν βούληση και προσπάθειες εμφανείς ή αφανείς των άλλων δύο Λειτουργιών του Κράτους και κυρίως της Εκτελεστικής εξουσίας, αλλά και των κομμάτων και μερίδας του Τύπου, να απονευρώσουν τη Δικαιοσύνη, με σκοπό να επιτυγχάνουν κυρίως διάφορους πολιτικούς στόχους, μη συμβατούς με την αποστολή της Δικαιοσύνης.

Οι τρόποι που επιλέγουν προς τούτο είναι διάφοροι, ενδεικτικά δε, μπορεί να σημειωθούν οι ακόλουθοι:

  1. Νομοθετικές παρεμβάσεις με τις οποίες περιορίζονται οι εξουσίες μιας μη αρεστής ηγεσίας της Δικαιοσύνης ή μεταβάλλεται η οργάνωση των Δικαστηρίων ή η οργάνωση και λειτουργία των θεσμικών οργάνων διοίκησης της Δικαιοσύνης ή ακυρώνεται η προσπάθεια και το έργο των Δικαστικών Λειτουργών, οι οποίες ενέχουν επέμβαση στη Δικαστική Λειτουργία.
  2. Ψήφιση νόμων με τους οποίους αμέσως ή εμμέσως παραγράφεται το αξιόποινο εγκλημάτων για τα οποία κατηγορούνται οικονομικοί παράγοντες, αλλά και πάσης φύσεως εγκληματίες και κακοποιοί.
  3. Επιδοκιμασία ή αποδοκιμασία δικαστικών ενεργειών, ενίοτε δε και ευθείες ή συγκεκαλυμμένες απειλές, για δικαστικές ενέργειες, οι οποίες, εφ’ όσον δεν είναι ορθές, μόνον από τα θεσμικά όργανα της Δικαιοσύνης μπορεί και πρέπει ταχέως να ελεγχθούν.

Όμως, οι όποιες προσπάθειες επηρεασμού και χειραγώγησης της Δικαιοσύνης και εντεύθεν φαλκίδευσης της ανεξαρτησίας της από οποιονδήποτε, θα μένουν ατελέσφορες, εάν οι ίδιοι οι Δικαστικοί Λειτουργοί, αιρόμενοι στο ύψος του λειτουργήματός τους και της αποστολής τους, τις αποκρούουν. Και θα τις αποκρούουν ευχερώς, εάν έχουν κάνει βίωμά τους την απονομή του Δικαίου και αν έχουν ταυτίσει την ψυχή τους και το είναι τους με την ανεξαρτησία τους ως Δικαστικών Λειτουργών. Γιατί πράγματι, εκεί ευρίσκεται η ουσία της ανεξαρτησίας του Δικαστικού Λειτουργού.

Τα τελευταία σημαίνουν ότι ουδείς, όσο ισχυρός και αν είναι, μπορεί να στερήσει τον Δικαστικό Λειτουργό από την ανεξαρτησία του, εάν ο ίδιος δεν το θελήσει.

Και δεν θα το θελήσει εάν κυρίως, δεν είναι ο ίδιος προικισμένος με σθένος, που αποτελεί το μεγαλύτερο προσόν του Δικαστικού Λειτουργού.

Εν όψει τούτων, είναι πρόδηλο ότι ο Δικαστικός Λειτουργός που επεδίωξε και εισήλθε στο Δικαστικό Σώμα, όχι για να υπηρετήσει την ιδέα της Δικαιοσύνης, αλλά για να έχει απλώς ένα βιοποριστικό επάγγελμα, κατά το οποίο θα ενεργεί ως απλός δημόσιος υπάλληλος ή για να κατέχει μία θέση που θα του προσδίδει κύρος ή τη δυνατότητα προσβάσεων και δημοσίων σχέσεων ή τέλος, ακόμη και για πλουτισμό, δεν μπορεί να είναι προικισμένος με αυτά που αναφέραμε και συνεπώς δεν μπορεί να είναι και ανεξάρτητος, εντεύθεν δε, δεν μπορεί να είναι μέλος της Δικαστικής Λειτουργίας.

Ο Γεώργιος Χαρ. Σανιδάς είναι Εισαγγελέας Αρείου Πάγου ε.τ.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο kathimerini.gr

Ακολουθήστε το dikastiko.gr στο Google News και δείτε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο dikastiko.gr

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ