Θάνος Καρνέζης: Ευψυχία και Δικαιοσύνη

Eν μέσω «επικοινωνιακής βαρβαρότητας και μετατροπή της χώρας σε ιδιότυπη ποινική αρένα» ο Δικαστής, πέραν της στενής νομικής του κατάρτισης, οφείλει να επιδεικνύει ψυχή και σθένος

NEWSROOM
Θάνος Καρνέζης: Ευψυχία και Δικαιοσύνη

Στην πρόσφατη απόφαση της ολομελείας του Αρείου Πάγου (2/2022), με την οποία ερμηνεύτηκε το ελαφρυντικό του «συννόμου» βίου, το σκεπτικό των Δικαστών του Ανωτάτου Ακυρωτικού, προς ενίσχυση της δικανικής του πεποίθησης περί δίκαιης και αναλογικής –σε σχέση με το διαπραχθέν αδίκημα- επιβολής της ποινής, διαλαμβάνει την έννοια του «κοινού περί δικαίου αισθήματος του κοινωνικού συνόλου», ως κριτήριο που πρέπει να συνεκτιμά ο Δικαστής για τη λήψη της απόφασής του. 

Η παραπάνω απόφαση, πέραν των ενστάσεων που μπορεί να εγείρει για το «στενό» της ερμηνείας και εφαρμογής του εν λόγω ελαφρυντικού, με την συμπερίληψη του όρου «κοινό περί δικαίου αίσθημα», αποκτά μία ακόμη ενδιαφέρουσα διάσταση για τα νομολογιακά μας δεδομένα. Και αυτό διότι το κοινό περί δικαίου αίσθημα αποτελεί μία αμφιλεγόμενη θεωρητική διάπλαση, η οποία αντιπαραβάλλεται προς το Κράτος Δικαίου, όπως η αντιπαράθεση αυτή έχει επισημανθεί πολλάκις και αναλυθεί από έγκριτους νομικούς μας.  

Κατά το Μεσαίωνα, το κυριότερο μέρος της ποινικής διαδικασίας ήταν αυτό της εκτέλεσης της ποινής: Στο Επιτήρηση και Τιμωρία ο Φουκώ ξεκινάει με την περιγραφή του τρόπου εκτέλεσης ενός καταδίκου (για απόπειρα βασιλοκτονίας) με το όνομα Damiens μπροστά στην κύρια πύλη της Εκκλησίας των Παρισίων. Αφού πέρασε των παθών του τον τάραχο, γδάρθηκε και διαμελίστηκε (στην κυριολεξία) ζωντανός, ξεψύχησε μπροστά στο αλαλάζον και φιλοθεάμον κοινό, το οποίο παρακολουθούσε εκστατικά, υποκλινόμενο στη «λαμπρότητα των βασανιστηρίων», αφού, για να θυμηθούμε τον Νίτσε (Γενεαλογία της Ηθικής) «υπάρχει στην τιμωρία πολύ γιορταστικό στοιχείο».

Πεντακόσια χρόνια μετά, στις φιλελεύθερες δυτικές δημοκρατίες, έχει συμβεί μία κρίσιμη –διπλή- μετατόπιση: από τη μία η Δικαιοσύνη αποδίδεται στις οθόνες των τηλεοράσεων και των κινητών τηλεφώνων, από την άλλη η τιμωρία δεν είναι πλέον τόσο σωματική (η μεσαιωνική επιβλαβή του σώματος), όσο «ασώματη»: η φάτσα του υπόπτου γεμίζει τις οθόνες, οι κάμερες τον «πιάνουν» με τις χειροπέδες περασμένες πισθάγκωνα, μαθαίνουμε αν κοιμήθηκε στο κρατητήριο, αν τον στραβοκοίταξαν αυστηρά οι συγκρατούμενοί του, η ζωή του ξεσκολίζεται, το ψυχολογικό του πορτρέτο οικοδομείται από τηλε-ειδικούς και μη, δικάζεται και ρίχνεται για βορά στα σκυλιά. «Η ιδιωτική και η οικογενειακή σφαίρα καταργούνται και η “ρίψη των μύχιων της ιδιωτικής ζωής εν είδει βοράς στην αδηφάγο περιέργεια του κοινού” (Ν. Ανδρουλάκης) θεωρείται αυτονόητη» (Ηλ. Αναγνωστόπουλος, NC, Νο 15). Μέχρι να επιληφθεί η φυσικός Δικαστής, στις ψηφιακές οθόνες έχει ολοκληρωθεί – στο άψε – σβήσε η διαδικασία: έχει εισαχθεί η κατηγορία (Εισαγγελέας), έχει δικαστεί η υπόθεση (Δικαστής), έχει εκτελεστεί η ποινή (δήμιος): ακόμη και εάν ακολουθήσει απαλλακτική απόφαση, η τιμωρία έχει ολοκληρωθεί: κοινωνικός αποκλεισμός, επαγγελματική καταρράκωση, οικογενειακή αποξένωση. 

Το θέμα εδώ είναι ότι κάποιες φορές, υπό την αφόρητη πίεση της κοινής γνώμης και προς ικανοποίηση του «κοινού περί δικαίου αισθήματος» που έχει σε προγενέστερο χρόνο εκφραστεί, ο φυσικός Δικαστής – ειδικά σε πρώτο βαθμό- μπορεί να αχθεί σε κρίση επικυρωτική της προηγηθείσας τηλεοπτικής / δημοσιογραφικής που έχει συνδιαμορφωθεί με την κοινή γνώμη. Να συρθεί -και όχι αχθεί- σε καταδικαστική κρίση «συμμορφούμενος» προς την «λαϊκή απαίτηση». Υπό την έννοια αυτή, η παραπάνω απόφαση του ΑΠ, η οποία προσδίδει στο «κοινό περί δικαίου αίσθημα» μια sui generis αποδεικτική υπόσταση, ανοίγει τους ασκούς του αιόλου και θέτει ζητήματα ορθής δικαιοπολιτικής προσέγγισης.   

Στις υποθέσεις που εκδικάζονται υπό το –διεθνές- κίνημα #metoo, μπορεί κάποιος να παρατηρήσει ότι το βάρος απόδειξης της ποινικής κατηγορίας αντιστρέφεται και το τεκμήριο αθωότητας τείνει να μετατραπεί σε τεκμήριο ενοχής: μετά τη «θεσμική» υπόσταση που δόθηκε στην Ελλάδα στο εν λόγω κίνημα (μετά και την επίσημη συνάντηση κ. Πρωθυπουργού και της κ. Προέδρου της Δημοκρατίας με επώνυμη καταγγέλλουσα), κάθε καταγγελία του/της παθόντος/σης αποκτά από την αρχή της ποινικής διαδικασίας βαρύτητα (ιδίως όταν εμπλέκονται επώνυμα πρόσωπα) και, τελικά, απαιτείται από τον/την εν δυνάμει κατηγορούμενο/η ν’ αποδείξει την αθωότητά του: δηλαδή όχι ένα γεγονός δεκτικό κανόνων απόδειξης (ότι διαπράχθηκε κάτι), αλλά ένα μη γεγονός (ότι δεν διαπράχθηκε κάτι), «απαίτηση» η οποία αντιβαίνει στο θεμελιώδες νομικό αξίωμα ουδείς υποχρεούται στα αδύνατα: είναι προφανές, ειδικά μετά την παρέλευση αρκετών ετών από το καταγγελλόμενο αδίκημα, ότι δυσχεραίνεται υπερβολικά η δικονομική δυνατότητα απόδειξης, κατά μείζονα δε λόγο αυτή της (αντ)απόδειξης τού μη γεγονότος.         

Σε υποθέσεις δε ανθρωποκτονιών που ερεθίζουν σε υπερθετικό βαθμό το ενδιαφέρον των ΜΜΕ και –  συνακόλουθα- της κοινής γνώμης, «…τα ΜΜΕ υποκαθιστούν την ανάκριση ή τη διαδικασία αποδείξεως…» (Ευα. Κρουσταλάκης, ΠΧ, ΜΗ, 428) και, λειτουργώντας με τους όρους της ελεύθερης αγοράς (προσφορά – ζήτηση), διαγκωνίζονται μεταξύ τους για την συνεισφορά τους στην εξεύρεση της αληθείας: επιστρατεύονται κάθε λογής ειδικοί και μη, οι οποίοι καθίστανται οιονεί διάδικοι της τηλε-ποινικής διαδικασίας, προεδρεύοντος του/της αρχιδημοσιογράφου, με αποτέλεσμα, κάποιες φορές, να παρακωλύεται το ίδιο το έργο της ανάκρισης: η οποία πρέπει να διεξάγεται μυστικά, ακριβώς για να είναι αποτελεσματική.

Όλα τα παραπάνω δημιουργούν μία ιδιότυπη συνθήκη λαϊκού δικαστικού χωνευτηρίου, εντός του οποίου καταπνίγονται οι ήπιες, επιεικείς και δικανικά ορθές δικανικές προσεγγίσεις. Όχι τελείως παράλογο, αφού, όπως έχει παρατηρηθεί (ιδ. Ευα. Βενιζέλος, e κύκλος, 1/2018) «…ο επιεικής δικαστής παίζει το κεφάλι του και τη σταδιοδρομία του, απειλούμενος … με σωρεία πειθαρχικών και ποινικών διώξεων για οποιαδήποτε επιεική και μη αρεστή κρίση…», ενώ «…ούτε καν η κοινή γνώμη των νομικών δεν αντιδρά στην ευνοϊκή υπηρεσιακή αντιμετώπιση του αλόγιστα αυστηρού δικαστή…».

Μπορεί να υπάρξει θεσμικό ανάχωμα σε αυτόν τον ιδιότυπο μετασχηματισμό και αλλοίωση της δικαιοδοτικής κρίσης; 

Μπορεί. Από τους ίδιους τους Δικαστές.   

Σύμφωνα με το άρθρο 332 ΚΠΔ ο Δικαστής, εάν κατά την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης δεν μεταχειρίζεται τους διαδίκους με τρόπο «απαθή και ψύχραιμο», επιδεικνύοντας ολύμπια αταραξία (κατά την εύστοχη διατύπωση των παλαιών νομικών), διαπράττει βαρύ πειθαρχικό παράπτωμα. Πρόκειται για διάταξη που τοποθετεί το φυσικό Δικαστή, εκεί που τού πρέπει: στη θέση του ψηλά ισταμένου, του ψύχραιμου κριτή που αποπνέει σεβασμό με τον τρόπο και μόνο που διευθύνει τη διαδικασία.  

Το αυτό θα πρέπει να πράττει και στο πλαίσιο της ηθικής απόδειξης που καθιερώνει το άρθρο 177 ΚΠΔ, το οποίο παρέχει στο Δικαστή ευρεία διακριτική ευχέρεια να κρίνει κατά συνείδηση την υπόθεση, στο πλαίσιο της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων. Ν’ ακολουθεί την φωνή της συνείδησής του, κατά τη νομική και την καθολική του παιδεία, χωρίς να σύρεται από το «κοινό περί δικαίου αίσθημα» που, τις περισσότερες φορές, απαιτεί αίμα στην αρένα και προκαταβολές ποινών, χωρίς να λυγίζει έναντι της προειλημμένης απόφασης και της προκατάληψης της κοινής γνώμης, να παραμένει θεματοφύλακας των θεμελιωδών αρχών της δίκαιης δίκης, όπως έχουν διαμορφωθεί στο δυτικό νομικό πολιτισμό μας.   

Με άλλα λόγια, εν μέσω «επικοινωνιακής βαρβαρότητας και μετατροπή της χώρας σε ιδιότυπη ποινική αρένα» (Ηλ. Αναγνωστόπουλος, ό.π.) ο Δικαστής, πέραν της στενής νομικής του κατάρτισης, οφείλει να επιδεικνύει ψυχή και σθένος και όχι μόνο να φαίνεται, αλλά και να είναι στωικά ατάραχος, απροκατάληπτος, απαθής, ψύχραιμος, «θεϊκός». Με μία λέξη, oλύμπιος. 

Θάνος Καρνέζης, Δικηγόρος

Ακολουθήστε το dikastiko.gr στο Google News και δείτε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο dikastiko.gr